Go to Top

Ναυμαχία Της Ναυπάκτου

Ναυμαχία Της Ναυπάκτου

Ναύπακτος:

Η ιστορική πόλη της  Ελλάδος – Το Lepanto  της Ευρώπης

 

Η όμορφη και γραφική πόλη της Ναυπάκτου, με το λιμάνι και το κάστρο της να μαρτυρούν πολλών αιώνων ζωή, είναι μια ένδοξη Ελληνική πόλη, που λόγω της θέσεώς της στον Κορινθιακό κόλπο, παρουσιάζει και σήμερα εξαιρετικό ενδιαφέρον για τους  Έλληνες και για τους ξένους.  Η Ναύπακτος είναι από τις αρχαιότερες  Ελληνικές πόλεις, με λαμπρή ιστορία χιλιάδων ετών. Μνημονεύεται από την  Ελληνική Μυθολογία και η παρουσία της στην αρχαία  Ελληνική πραγματικότητα είναι αρκετά σημαντική. Λόγω της στρατηγικής της θέσεως υπήρξε κέντρο ενδιαφέροντος για τις  Ελληνικές πόλεις- κράτη εκείνης της εποχής, όπως η  Αθήνα και η Σπάρτη.

Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, η γνωστή από την κάθοδο των Δωριέων Ναύπακτος, έγινε μια ακόμη αιτία ανταγωνισμού των Σπαρτιατών με τους  Αθηναίους.  Αργότερα την κατέλαβαν οι Αχαιοί, οι Θηβαίοι, οι Μακεδόνες, οι Αιτωλοί, οι Ρωμαίοι, οι Ούννοι, οι  Ενετοί και τέλος οι Τούρκοι. Μετά την απελευθέρωση του  Ελληνικού  Έθνους και τη δημιουργία του Νεοελληνικού κράτους, η Ναύπακτος, η οποία, συν τοις άλλοις, έχει και μια μακραίωνη και λαμπρή εκκλησιαστική  Ιστορία, αναπτύσσεται συνεχώς σε μια σύγχρονη και αξιόλογη  Ελληνική πόλη, που έχει ως θησαυρό ένα πλούσιο ιστορικό παρελθόν και διεκδικεί να είναι μια Ευρωπαϊκή πόλη αντάξια της παραδόσεώς της.

Ας δούμε όμως λίγο αναλυτικότερα την ιστορία της. Η Ναύπακτος είναι συνδεδεμένη με την κάθοδο των Δωριέων, που έγινε στα τέλη του ΙΒ’ αιώνα π.Χ. Όπως αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς, στη Ναύπακτο οι Δωριείς ναυπήγησαν τα πλοία τους για να περάσουν στην Πελοπόννησο: «… η Ναύπακτος συμμενεί του  Αντιρρίου πλησίον, ωνόμασται δ΄από της ναυπηγίας της εκεί γενομένης, είτε των   Ηρακλειδών εκεί ναυπηγησαμένων τον στόλον, ειθ(ως φησιν Έφορος) Λοκρών, έτι πρότερον παρασκευασάντων».

Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία οι Δωριείς ή οργάνωσαν εξ αρχής ναυπηγείο ή χρησιμοποίησαν εκείνο που είχαν προηγουμένως οι Λοκροί.  Έτσι, το ναυπηγείο αυτό έγινε πόλη με το όνομα Ναύπακτος, που σημαίνει ναυπηγείο(=ναύς + πήγνυμι). Εδώ, λοιπόν, στη Ναύπακτο οι Δωριείς κατασκεύασαν πλοία για να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Και τούτο έγινε μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια των  Ηρακλειδών – Δωριέων να περάσουν από την Κόρινθο και ερμηνεύοντας ανάλογο συμβουλευτικό χρησμό που τους έδωσε το Μαντείο των Δελφών.  Η πρώτη προσπάθεια και εδώ απέτυχε.  Όμως, «αφού εξευμένισαν τον Ποσειδώνα που είχε οργισθεί», με τη βοήθεια του  Οξύλου του  Αιτωλού, κατόρθωσαν να περάσουν,  μέσω της στενής διαβάσεως Ρίου- Αντιρρίου.  Η διήγηση αυτή, που ομολογεί τις δυσκολίες των Δωριέων να περάσουν στην Πελοπόννησο, πιστοποιεί το γεγονός ότι η Ναύπακτος είχε αποτελέσει – ως παραθαλάσσια πόλη που κατείχε  μεγάλη και εύφορη πεδινή περιοχή -, σημαντικό σταθμό στη Δυτική  Ελλάδα από τα πανάρχαια χρόνια.

Για τους επόμενους αιώνες δεν σώζονται γραπτές μαρτυρίες.  Η Ναύπακτος αναφέρεται πάλι στους λεγόμενους «Μεσσηνιακούς πολέμους», ανάμεσα στους Μεσσηνίους και τους Λακεδαιμονίους  κατά τον 7ο, 6ο και 5ο αιώνα π.Χ. Το δε 454 π.Χ. την κατέλαβε ο  Αθηναίος Ναύαρχος Τολμίδης και εγκατέστησε σ΄αυτήν τους συμμάχους των  Αθηναίων Μεσσηνίους, οι οποίοι είχαν διωχθεί και εκπατριστεί από τους Σπαρτιάτες. Το 396 π.Χ., οι Σπαρτιάτες, μετά  από την νίκη τους επί των  Αθηναίων κυρίευσαν τη Ναύπακτο και την παρέδωσαν στους Λοκρούς. Μετά από λίγο καταλήφθηκε από τους  Αχαιούς και το 361 π.Χ. από τους Θηβαίους με επικεφαλής τον  Επαμεινώνδα. Το 338 π.Χ. καταλαμβάνεται από τους Μακεδόνες, για να προσφερθεί σε λίγο ως δώρο από τον Φίλιππο στους συμμάχους του τους Αιτωλούς. Στους Αιτωλούς έμεινε η Ναύπακτος μέχρι το 146 π.Χ., όταν η  Ελλάδα κατελήφθει από τους Ρωμαίους. Κατά την εποχή της Ρωμαϊκής κυριαρχίας η Ναύπακτος ήταν έδρα του Ρωμαίου διοικητού που διοικούσε την Αιτωλία.

Αργότερα, όταν μετά το Ρωμαϊκό κράτος γεννήθηκε το Βυζαντινό, με τη διαίρεση που έγινε σε Δυτικό και  Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, έγινε πρωτεύουσα του 5ου θέματος της  Ελλάδος.  Όταν το 1204 κατελήφθει η Κωνσταντινούπολις από τους Φράγκους και μοιράσθηκαν από τους Σταυροφόρους τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η  Ναύπακτος θα έπρεπε φυσιολογικά να περιέλθει στην κυριαρχία των  Ενετών.  Όμως, αυτό δεν έγινε, διότι τότε δημιουργήθηκε και το  Ελληνικό κράτος-Δεσποτάτο της  Ηπείρου, στη δικαιοδοσία του οποίου υπήχθη και η Ναύπακτος το 1210. Το 1294 παραχωρήθηκε μαζί με άλλα 3 Αιτωλοακαρνανικά Φρούρια στον πρίγκιπα  του Τάραντα Φίλιππο, ο οποίος το 1319 μ.Χ. αναλαμβάνει έργα  οχυρώσεως της πόλεως. Το 1445 όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το Λιδόρικι και την Βιτρινίτσα κινδύνευσε και η Ναύπακτος. Όμως απετράπη η κατάληψη με καταβολή φόρου που δέχθηκαν να πληρώσουν οι  Ενετοί. Το 1463 οι Τούρκοι επανήλθαν, διεκδικώντας την οχυρή θέσι της Ναυπάκτου και την πολιόρκησαν επί 8 μήνες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το ίδιο έγινε και λίγα χρόνια αργότερα, το 1477.

Τελικά το 1499 η Ναύπακτος έπεσε στους Τούρκους, μετά από 93 χρόνια κατοχής της από τους  Ενετούς. Τότε κατασκευάσθηκαν από τον Βαγιαζήτ τον Β’ και τα Φρούρια του Ρίου και του  Αντιρρίου που ονομάσθηκαν «μικρά Δαρδανέλια». Οι Τούρκοι κατείχαν τη Ναύπακτο μέχρι το 1687, όταν ο Βενετός Μοροζίνι κατέλαβε τη Ναύπακτο και την παρέδωσε στη Βενετία.  Όμως, μετά τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, η Ναύπακτος περιήλθε πάλι το 1699 στα χέρια των Τούρκων, μέχρι το 1829 που απελευθερώθηκε οριστικά από τους Τούρκους.  Έτσι, η Ναύπακτος έζησε 318 χρόνια Τουρκοκρατίας, λιγότερα από ότι οι άλλες περιοχές της  Ελλάδος, δηλαδή 188 χρόνια την Α’ περίοδο, από το 1499  έως το 1687,  και 130 χρόνια την Β’ περίοδο, από το 1699 έως το 1829.

Βεβαίως αξίζει να πούμε για την περίοδο της  Επαναστάσεως του 1821, ότι επανειλημμένως έγιναν σχέδια και προσπάθειες απελευθερώσεως της πόλεως. Το 1821 Σπετσιώτικα και  Υδραίικα πλοία του  Ελληνικού στόλου προσπάθησαν να πυρπολήσουν τον Τουρκικό στόλο που ήταν αγκυροβολημένος στη Ναύπακτο.  Η επιχείρηση απέτυχε, ο δε πρωτοστάτης νεαρός Γεώργιος  Ανεμογιάννης συνελήφθη και θανατώθηκε. Πάλι  το 1824, η εκστρατεία που σχεδιάστηκε για την κατάληψη της Ναυπάκτου από τους  Έλληνες, δεν πραγματοποιήθηκε, μετά από παρέμβαση του Μαυροκορδάτου.  Η απελευθέρωση της Ναυπάκτου έγινε στις 18  Απριλίου του 1829, αφού είχε πολιορκηθεί από ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις των  Ελλήνων, πράγμα που ανάγκασε τους Τούρκους να παραδοθούν. Μετά από την απελευθέρωσή της αρχίζει η νέα περίοδος της ιστορίας της, όπως και για την πορεία ολοκλήρου του  Ελληνισμού. Είναι σημαντικό γι  αυτήν, το ότι συμπεριελήφθη στο μικρό  Ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε τότε.  Από το 1829 μέχρι σήμερα η Ναύπακτος έχει συνεχίσει την ιστορία της με αξιόλογες σελίδες, που καταγράφουν τη ζωντανή συμμετοχή της στο Νεοελληνικό βίο. 

Στο σημείο αυτό, όμως, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι η Ναύπακτος, εκτός από την ένδοξη  Ελληνική ιστορία στην οποία έχει πράγματι λαμπρή συμμετοχή, συνδέθηκε πολύ και με την ιστορία της Ευρώπης στην οποία είναι γνωστή με το όνομα «ΛΕΠΑΝΤΟ». Το όνομα αυτό δεν είναι   Ενετικό. Είναι  Ελληνικό όνομα παραφθαρμένο στα  Ιταλικά. Το όνομα είναι « Έπακτος» και στην αιτιατική του είναι « Έπακτο». Οι Ενετοί όμως αντί για  Έπακτο διάβασαν « Έπαντο». Έβαλαν μπροστά και το Ιταλικό άρθρο Λ  με απόστροφο και το όνομα « Έπακτο» έγινε «Λέπαντο»(Lepanto). «Έπακτος», είναι σύνθετη λέξης (Επί-Ακτής),διότι η Ναύπακτος είναι χτισμένη επάνω στην ακτή και παραλία του Κορινθιακού κόλπου.

Η σύνδεση της Ναυπάκτου με την Δυτική Ευρώπη χρονολογείται από την εποχή που η Ναύπακτος ήταν κτήση της Βενετίας: «Η Ναύπακτος, ο πλέον σημαντικός στρατηγικός και εμπορικός σταθμός των  Ενετών και κυριότερη κατοχή που επιμαρτυρούσε την κυριαρχία τους στην  Ελλάδα, κατείχεταν από το 1407, λόγω δε της σημασίας της αυτής τελούσε υπό τη διοίκηση Προβλεπτή, ως ανωτάτη  Ενετική εξουσία. Εκτιμώντας οι  Ενετοί τη στρατιωτική και εμπορική της σημασία, οχύρωσαν την πόλη με το διασωζόμενο Κάστρο, το οποίο εξασφάλιζε τη στρατιωτική κυριαρχία στη περιοχή και στήριζε και διευκόλυνε το εμπόριο στον ευρύτερο χώρο του  Ιονίου, ενώ παράλληλα ήταν το ορμητήριο καταδρομών κατά των πειρατών, που έθεταν υπό δοκιμασία την εμπορική επικοινωνία».

Η επί ένα περίπου αιώνα κατοχή της Ναυπάκτου από τους  Ενετούς, που προοδευτικά είχαν πάρει στα χέρια τους το εμπόριο της  Ανατολικής Μεσογείου, επωφελούμενοι την διάλυση του Βυζαντινού κράτους, συνέδεσε πάρα πολύ τη Ναύπακτο με τη Βενετία και με ολόκληρη τη Δύση.  Όταν το 1499 οι Βενετοί χάνουν τη Ναύπακτο από τους Τούρκους θλίβονται πολύ: « Η απώλεια της Ναυπάκτου, της μοναδικής τότε κτήσης των  Ενετών στη Στερεά  Ελλάδα, προκάλεσε θλίψη και αγανάκτηση στη Βενετία, γιατί είχαν δαπανηθεί σεβαστά ποσά για την οχύρωση και οργάνωση της άμυνας της, ενώ είχε προαχθεί σε έδρα Προβλεπτή και είχε εξελιχθεί σε σπουδαίο εμπορικό σταθμό, όχι μόνο για τον Κορινθιακό, αλλά και ως ενδιάμεσος σταθμός διακίνησης βαμβακιού, σιταριού και αλατιού για ολόκληρο το σύστημα των ενετικών κτήσεων της ανατολικής Μεσογείου…».

Όταν κατέλαβε ο Βαγιαζήτ ο Β’ τη Ναύπακτο από τους  Ενετούς, βλέποντας και αναγνωρίζοντας τη στρατηγική της θέση σε σχέση με τον Κορινθιακό και το  Ιόνιο, προκειμένου να την ασφαλίσει και να την προστατεύσει αποτελεσματικά, κατασκεύασε σε σύντομο χρονικό διάστημα τα δύο αντικρυστά φρούρια του Ρίου και του  Αντιρρίου.  Ίσως προέβλεπε ότι οι Βενετοί και οι άλλοι Δυτικοί θα προσπαθούσαν να την ανακαταλάβουν. Τα «μικρά Δαρδανέλια» οχυρωμένα πλέον και εξοπλισμένα με κανόνια, θα εμπόδιζαν κάθε τέτοιο σχέδιο και προσπάθεια. Και πράγματι, όπως βλέπουμε, οι Δυτικοευρωπαίοι και ιδιαίτερα οι Βενετοί έφεραν βαρέως το ότι έχασαν την οχυρή θέση Ναύπακτο. Γι  αυτό το 1532 η Δύση με το Ναύαρχο  Αντρέα Ντόρια επιχειρεί ναυτική εκστρατεία στη Δυτική Πελοπόννησο και την Πάτρα με αποκορύφωμα την κατάληψη του  Αντιρρίου τον  Οκτώβριο του 1532.

Η σκέψη των Βενετών να καταλάβουν πάλι τη Ναύπακτο δεν καρποφόρησε λόγω της αυξανόμενης τουρκικής δυνάμεως και ισχυροποιήσεως της  Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς έγινε πολύ επικίνδυνη και για τη Δύση.  Ήδη κινδύνευε η  Ιταλία και όλη η Δυτική Ευρώπη, αφού η πολιορκία της Βιέννης το 1529 έδειχνε ότι ο Τουρκικός ιμπεριαλισμός δεν είχε όρια.  Έτσι οι Βενετικοί οραματισμοί για ανακατάληψη της Ναυπάκτου, έμειναν άνευ πρακτικού αποτελέσματος, ενώ το εμπόριο της Δύσεως στην  Ανατολική Μεσόγειο επλήττετο ανηλεώς από την πειρατεία, την οποία ευνοούσαν οι Τούρκοι.

Η επιθυμία της Βενετίας να ανακτήσει τη Ναύπακτο, καθώς και τις άλλες ηπειρωτικές και νησιωτικές κτήσεις της στην  Ελλάδα, εξεδηλώθη λίγο αργότερα, όταν το 1538 δημιουργήθηκε η πρώτη προσπάθεια  Ιερής Συμμαχίας των Δυτικών κατά των Τούρκων. Σ  αυτή τη συμμαχία προσχώρησε και η Βενετία με σκοπό να ξαναποκτήσει τα χαμένα εδάφη της.  Ο συμμαχικός στόλος που δημιουργήθηκε με αρχηγό τον Ντόρια, αν και πολύ ισχυρός, δεν κατάφερε να νικήσει τον Τουρκικό. Στη Ναυμαχία της Πρέβεζας οι Τούρκοι υπερίσχυσαν των δυτικών συμμάχων έχοντας ως αρχηγό του στόλου τους τον έμπειρο Μπαρμπαρόσα.

Άν και οι Βενετοί έχασαν τη Ναύπακτο από τους Τούρκους, η Ναύπακτος ήταν ήδη γνωστή στην Ευρώπη και συνδεδεμένη μαζί της. Το μεγαλύτερο όμως γεγονός που συνέδεσε τη Ναύπακτο με την Ευρώπη ήταν η Ναυμαχία της Ναυπάκτου, που έγινε το 1571, ανάμεσα στη νέα αντιτουρκική συμμαχία της Δύσεως και τον Τουρκικό στόλο.  Η Ναυμαχία αυτή, έγινε κοντά στη Ναύπακτο,  στις  Εχινάδες νήσους και καταγράφηκε στην  Ιστορία της Ευρώπης ως «Ναυμαχία της Ναυπάκτου».  Η ονομασία αυτή δόθηκε μετά την περίλαμπρη νίκη από τους νικητές συμμάχους και η δόξα αγκάλιασε το όνομα της Ναυπάκτου, που ήταν ήδη γνωστή με το όνομα ΛΕΠΑΝΤΟ.

Ας δούμε όμως τι λέγει για την ονομασία «Ναυμαχία της Ναυπάκτου» ο μακαριστός πλέον Γεώργιος  Αθανασιάδης-Νόβας: «Η επονομασία της Ναυμαχίας δεν οφείλεται σε λάθος της  Ιστορίας, ούτε, πολύ περισσότερο, σε εύνοια της προς τη Ναύπακτο. Την εποχή εκείνη όλη η περιφέρεια της Β. Δ. Στερεάς  Ελλάδος και όλος ακόμη ο Κορινθιακός κόλπος, προσδιορίζετο με το όνομα της Ναυπάκτου, πανάρχαιας οχυράς πόλεως, γνωστής ήδη από την Κάθοδο των Δωριέων, συμπρωτεύουσας της αρχαίας Αιτωλίας, έδρας, ακολούθως, και του Ρωμαίου και του Βυζαντινού και του Βενετσιάνου και του Τούρκου Διοικητού.  Εκτός τούτου όμως, όταν την αυγή της 3ης  Οκτωβρίου 1571 ο χριστιανικός στόλος εγκαταλείψας την  Ηγουμενίτσα έπλεε προς την Κεφαλληνία και βρισκόταν στο ύψος των Παξών, Φρεγάτα σταλμένη από τον Διοικητή της Ζακύνθου έφερνε στον Στόλαρχο Δον Ζουάν την πληροφορία… ότι ο Τουρκικός στόλος, κατερχόμενος από την  Αδριατική και το  Ιόνιο, είχε προσορμισθεί για ανάπαυση, επισκευές και ανεφοδιασμό στη Ναύπακτο.  Από τη στιγμή εκείνη η Ναύπακτος έγινεν ο σταθερός στόχος της χριστιανικής εκστρατείας. Βάσιμα μπορεί να υποτεθεί ότι η είδηση είχε μεταδοθεί στην Δύση , και προ της Ναυμαχίας, σε τρόπο ώστε από τη Ναύπακτο να αναμένεται με χτυποκάρδι το άγγελμα του αποτελέσματος.  Αλλά και μετά τη νίκη, που το μέγεθός της ξεπερνούσε κάθε προσδοκία και κατάπνιγε κάθε άλλη λεπτομέρεια… φυσικό ήταν σαν Victoria di Lepanto  να  αναγγείλουν την μεγάλη είδηση.  Έτσι οι  Εκκλησίες στις δοξολογίες τους, οι λαοί στις επευφημίες τους, οι ποιητές στους ύμνους τους, οι ζωγράφοι και οι γλύπτες στα έργα τους, οι πολεμιστές στις εξιστορήσεις τους, οι ιστορικοί στα συγγράμματά τους, από την πρώτη στιγμή καθιέρωσαν την εποποιΐα του 1571 με το όνομα της Ναυπάκτου».

Η Ναύπακτος, λοιπόν, που ήταν ήδη γνωστή στην Ευρώπη όπως αναφέραμε, μετά τη νίκη της ναυμαχίας έγινε σημείο αναφοράς για όλους τους χριστιανούς της Δύσεως. Οι πίνακες ζωγραφικής, οι εικόνες, οι γλυπτές παραστάσεις, τα μετάλλια, τα βιτρώ και κάθε άλλο είδος τέχνης έκαναν γνωστότατο το ένδοξο πλέον όνομα της Ναυπάκτου, σε όλη την Ευρώπη καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο, όπου γνωστοποιήθηκε η μεγάλη ναυμαχία. Ας σταθούμε, όμως, λίγο στα επινίκια της Ναυμαχίας που συσχετίζουν την Ναύπακτο με τη Δυτική Ευρώπη.  Ιδιαίτερα την  Ισπανία και την  Ιταλία που ήταν οι κυριότερες συμμαχικές χώρες.

Η νίκη στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου θεωρήθηκε θαύμα της Παναγίας και μάλιστα της θαυματουργού εικόνος της Παναγίας της Ναυπάκτου, ή της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης που υπήρχε στο  Μητροπολιτικό Ναό της Ναυπάκτου και που  από πολλά χρόνια ήταν γνωστή στη Δύση, λόγω του ότι οι Βενετοί κατείχαν τη Ναύπακτο για πολύν καιρό. Πολύ πριν τη Ναυμαχία και τη μεγάλη νίκη των χριστιανών, πριν ονομασθούν στη Δύση  εκ των υστέρων της συγκρούσεως εικόνες, παραστάσεις και γλυπτά ως «Παναγία της Ναυπάκτου» ή «Madonna di Lepanto», υπήρχε στη Ναύπακτο η θαυματουργός αυτή  εικόνα της Παναγίας της Ναυπάκτου ή Ναυπακτιωτίσσης.

Μετά την Ναυμαχία, εκτός από την εικόνα κι ένας ξυλόγλυπτος  Εσταυρωμένος του θριαμβευτή Δον Ζουάν  ονομάσθηκε «Χριστός της Ναυπάκτου». Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «Το ακρόπρωρο (κοράκι) της ναυαρχίδας του ναυάρχου του χριστιανικού στόλου Δον Ζουάν του Αυστριακού(d’ Austria) ήταν μια θαυμάσια ξυλόγλυπτη αναπαράσταση της μορφής του Χριστού.  Όταν λοιπόν μετά την καταναυμάχησι του στόλου του Καπουδάν Πασά  Αλή Ζαδέ Μουεζίν, ο Δον Ζουάν ο Αυστριακός που ήταν αδελφός του Βασιλιά της  Ισπανίας επέστρεψε στην  Ισπανία, έγινε δεκτός σαν Μεσσίας, σαν Σωτήρας της Χριστιανοσύνης που την έσωσε από τον βέβαιο κίνδυνο των οπαδών του Προφήτου (Μωάμεθ). Ο λαός τον αποθέωσε πραγματικά και είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς τις εκδηλώσεις του για τον νεαρό ναύαρχο (ήταν μόλις 24 ετών). Τα πλήθη αλλάζοντα από ξέφρενη χαρά, πλησίαζαν όσο μπορούσαν τη ναυαρχίδα του Δον Ζουάν του Αυστριακού.  Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός του λαού που «ξεκόλλησε» από τη ναυαρχίδα ολόκληρο το γλυπτό ακρόπρωρο που παρίστανε τη μορφή του Χριστού». Σώζεται δε το γλυπτό αυτό καλλιτέχνημα στον  Καθεδρικό Ναό της Βαρκελώνης με την επιγραφή CRISTO DE LEPANTO, γνωστοποιώντας ότι ο «Χριστός της Ναυπάκτου»  πρόσφερε τη νίκη.

Όπως ήδη είπαμε μετά τη νίκη που αποδόθηκε σε θαύμα της Παναγίας της Ναυπάκτου ή της Ναυπακτιωτίσσης, πολλές εικόνες στη Δύση πήραν το όνομα της Παναγίας της Ναυπάκτου. Η πρώτη που ονομάσθηκε έτσι  ήταν μια εικόνα που είχε στο πλοίο του ο Ναύαρχος των Βενετών για την οποία λέγονται τα εξής:

«Υποστηρίζεται ότι την εικόνα αυτή είχε στην κατοχή του ο  Ναύαρχος Sebastiano Venier, αρχηγός της Βενετικής ναυτικής  δυνάμεως στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (Battaglia di Lepanto)  τον  Οκτώβριο του 1571 μ.Χ. και μετέπειτα Δόγης (Doge) της  Γαληνοτάτης (1577-1578). Αυτή λοιπόν την εικόνα ο Ναύαρχος Venier την πήρε μαζί του και την τοποθέτησε σε περίβλεπτο θέση  πάνω στον κεντρικό ιστό του πολεμικού του πλοίου.  Η σκηνή αυτή περιγράφεται τέλεια σε πίνακα που έχει σαν θέμα τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου και που σώζεται στο Δημοτικό Μουσείο «Correr» της Βενετίας, στην πλατεία του  Αγίου Μάρκου…  Όταν ο Βενετικός στόλος επέστρεψε στην Βενετία και του έγινε αποθεωτική υποδοχή  από τις  Αρχές και το λαό, η εικόνα της Παναγίας που είχε στο πλοίο του ο Ναύαρχος Venier πήρε εφεξής το όνομα Madonna di Lepanto   (=Παναγία της Ναυπάκτου).  Η εικόνα αυτή παρέμεινε στην κατοχή  της οικογένειας Venier έως το 1921, οπότε ο Giambattista Venier  την εδώρησε στην  Εκκλησία της Santa Maria Formosa, ενορίτης της  οποίας υπήρξε ο ναύαρχος Venier…»

Θα πρέπει ακόμη να παρατηρήσουμε ότι η Παναγία της Ναυπάκτου ταυτίζεται  στη Δύση με την Παναγία του Ροζαρίου η οποία  τιμάται επίσημα από τον Δυτικό χριστιανισμό στις 7  Οκτωβρίου ως εορτή της «Madonna del Rosario».  Ακόμα και σήμερα  στη Βενετία οι Καθολικοί γιορτάζοντας την Παναγία του Ροζαρίου προσεύχονται με το ροζάριό τους μπροστά στην εικόνα του Venier «Madonna di Lepanto», στην  Εκκλησία της Santa Maria Formosa.

Όπως, λοιπόν, βλέπουμε, με την Madonna di Lepanto ή Madonna del Rosario, η Ευρώπη αποδίδει τη νίκη στη χάρη του Θεού  και  στη  Παναγία «της Ναυπάκτου» . Συγχρόνως τιμά και την Ναύπακτο που είναι γι  αυτήν πλέον το ένδοξο Lepanto, στο οποίο οι χριστιανοί της Ευρώπης νίκησαν συντριπτικά τους Τούρκους.

Για την εικόνα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης έχει γράψει ο αδελφός της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου Αρχιμ. π. Ειρηναίος Κουτσογιάννης σχετικό βιβλίο. Στον πρόλογο αυτού του όμορφου και επιστημονικά άρτιου βιβλίου αναφέρονται τα εξής:

«Από διάφορες ιστορικές πηγές πληροφορούμαστε, ότι ο Μητροπολιτικός Ναός της Ναυπάκτου ήταν αφιερωμένος στη Θεοτόκο. Κέντρο της όλης τιμής της Θεοτόκου στη Ναύπακτο,  αποτελούσε η περίφημη εικόνα της «Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης», η οποία βρισκόταν στον μεγάλο αυτό Μητροπολιτικό Ναό. Δυστυχώς η εικόνα αυτή δεν διασώθηκε μέχρι σήμερα. Μας είναι όμως γνωστή από μια μικρογραφία κάποιας Περγαμηνής, που φυλάσεται σε μουσείο του Παλέρμου. Η περγαμηνή αυτή φέρει ως προμετωπίδα την εικόνα της Παναγίας, πιστό αντίγραφο οπωσδήποτε της εικόνος της Ναυπάκτου.  Η Παναγία εικονίζεται ολόσωμη, στραμμένη προς τα δεξιά και με τα χέρια υψωμένα σε στάση προσευχής. Πρόκειται για τον τύπο της «Δεομένης» Θεοτόκου. Η προσκύνησις της «Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης», που σύντομα ξεπέρασε τα στενά όρια της Ναυπάκτου και διαδόθηκε σε πολλούς τόπους, έφθανε μέχρι και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας»….

…«Στην πόλη Παλέρμο της Σικελίας, στο αρχείο της Regia Capella Palatina(Κρατικό Μουσείο του Παρεκκλησίου του Παλατιού) του Παλέρμου, φυλάσσεται από αιώνες δίφυλλη πολυτελής περγαμηνή, που περιέχει αντίγραφο του Καταστατικού Θρησκευτικής  Αδελφότητος του ΙΑ’ αιώνος, καθιερωμένης στην τιμή και προσκύνησι της εικόνος της « Υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης».

Η περγαμηνή αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό και θρησκευτικό ενδιαφέρον  και από το κείμενό της αντλούμε πρωτότυπες και χρήσιμες πληροφορίες για τη σύσταση και δράση της  Αδελφότητος αυτής στην περιοχή των Θηβών….

Η λειτουργική τιμή της εικόνος, της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, ήταν οπωσδήποτε διαδεδομένη πολύ πριν τον ΙΑ’ αιώνα και σε άλλα μέρη εκτός Βοιωτίας. Χαρακτηριστική είναι η γνώμη του C.A. Garufi ότι η Παναγία της Ναυπάκτου «έσχεν λατρείαν πολύ εκτεταμένην και διάφορα Μοναστήρια ανδρών και γυναικών εις όλην σχεδόν την Βυζαντινήν Αυτοκρατορίαν…»

Οι σχετικές πηγές αναφέρουν, ότι οι Νορμανδοί ήσαν εκείνοι που μετέφεραν την περγαμηνή στο Παλέρμο, όταν κατά το 1147 κατέλαβαν και λεηλάτησαν με επικεφαλής τον Ρογήρο τον Β’, την περιοχή της Βοιωτίας.  Έτσι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στη Σικελία και την  Ιταλία γνώριζαν τουλάχιστον  από τον 12ο αιώνα για την Παναγία τη Ναυπακτιώτισσα.

Ακόμη θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οιΑγιογράφοι Πατέρες της Μονής Μεταμορφώσεως φιλοτέχνησαν εικόνα-αντίγραφο της εικόνας  της Παναγίας που εικονίζεται στην περγαμηνή του Παλέρμου.  Η Ιερά αυτή Εικόνα εορτάζεται από τους Ναυπακτίους δύο φορές το χρόνο: Την τρίτη ημέρα του Πάσχα και την πρώτη Κυριακή μετά την 7η Οκτωβρίου.

Τέλος,η Αδελφότης της Μονής απεφάσισε να ξανακτίσει τον γκρεμισμένο από σεισμό το 1581, Ναό της Ναυπάκτου, τον αφιερωμένο στην Παναγία τη Ναυπακτιώτισσα, στον χώρο της Ιεράς Μονής. Ο Ναός αυτός κτίζεται στη μνήμη των χιλιάδων χριστιανών Ελλήνων και ξένων που αγωνίσθηκαν και θυσιάστηκαν στην ιστορική Ναυμαχία  της Ναυπάκτου, πληρώνοντας με το πολύτιμο αίμα τους τη νίκη.

Ο Ναός της Παναγίας της Ναυπάκτου ή Ναυπακτιωτίσσης στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως μπορεί να θεωρηθεί μνημείο ενότητας, συνεργασίας και αγάπης  των Ευρωπαϊκών λαών, θυμίζοντας και στους  Έλληνες και στους  άλλους Ευρωπαίους, ότι το θαύμα της νίκης του 1571, ήταν θαύμα της  Παναγίας της Ναυπάκτου.

Η Κατάκτησης της Κύπρου και η  Ιερά  Αντιτουρκική Συμμαχία

(Sacra Liga Antiturca) του 1571

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επί Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, στα μέσα περίπου του 16ου αιώνα, είχε φθάσει στην ενδοξότερη εποχή της. Μετά τη Ναυμαχία της Πρέβεζας του 1538, είχε  επεκταθεί στην Ευρώπη προς Βορρά μέχρι την Ουγγαρία και τη Μολδαβία. Στην Ασία έφθασε μέχρι την Γεωργία, την  Αρμενία και την Περσία. Στη Μέση Ανατολή μέχρι την Υεμένη, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο. Και στην  Αφρική κατείχε τα βόρεια παράλια.

Σ΄αυτήν την απέραντη  Οθωμανική Αυτοκρατορία, που όλο και γινόταν πιο ισχυρή, οι Δυτικοευρωπαίοι δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν δυναμικά και αποτελεσματικά, επειδή δεν ήσαν  ενωμένοι. Ο Κάρολος ο Ε’ της Ισπανίας προσπάθησε να εξουδετερώσει την δύναμη των Βορειαφρικανών Μουσουλμάνων επιτιθέμενος το 1541 κατά της Αλγερίας, αλλά χωρίς επιτυχία. Οι Μουσουλμάνοι απάντησαν με τον Μπαρμπαρόσα, ο οποίος  το 1543 κατέλαβε το Ρήγιο  της Καλαβρίας.

Το 1551 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Τρίπολη στη Βόρειο  Αφρική, τό 1560 τη νήσο Τζέρμπα και το 1565 πολιόρκησαν χωρίς επιτυχία τη Μάλτα. Το 1566 κατέλαβαν τη Χίο. Εκείνη την εποχή, ενώ οι Τούρκοι έκαναν επιδρομές στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, οι υπόδουλοι Έλληνες με την παρότρυνση Δυτικών πρακτόρων, ετοίμαζαν εξεγέρσεις. Το 1566 ο Τουρκικός στόλος καταλαμβάνει όλα τα νησιά του Αιγαίου, που βρίσκονταν μέχρι τότε υπό την Δυτική κυριαρχία. Έτσι, τα 15 μεγαλύτερα νησιά του κεντρικού Αιγαίου πέρασαν στην εκμετάλλευση του πανούργου  Εβραίου  Ιωσήφ Νάζη.

Μετά τις συνεχείς αυτές επιτυχίες, οριστικοποιήθηκαν τα σύνορα της Τουρκίας στην Ουγγαρία, κατόπιν συμφωνίας με τον Γερμανό Αυτοκράτορα Μαξιμιλλιανό τον Β’. Οι  Ισπανοί, μέχρι τότε, ήσαν σχεδόν αδιάφοροι για την Τουρκική επέκταση. Βλέποντας, όμως, τις επιτυχίες των Τούρκων στη  Βόρειο  Αφρική και τις απειλητικές κινήσεις τους στην κεντρική και δυτική Μεσόγειο, άρχισαν να ανησυχούν. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή(1566) γίνεται Πάπας ο Πίος ο Ε’, ο οποίος με μεγάλο ζήλο προσπαθεί να ενώσει τους Χριστιανούς της Ευρώπης εναντίον των Τούρκων. Αγωνίζεται, κυρίως, να ενώσει τους Βενετούς με τους   Ισπανούς.

Οι δισταγμοί της Ισπανίας ξεπεράστηκαν οριστικά μετά την εξέγερση των κρυπτομουσουλμάνων στην Ανδαλουσία το 1568 και μετά τα γεγονότα της Γρανάδας, τα οποία είχαν σχέση με τους Μουσουλμάνους της Βορείου  Αφρικής. Οι δισταγμοί της Βενετίας, να ενωθεί με την  Ισπανία για να πολεμήσει τους Τούρκους, ξεπεράστηκαν τελικά το 1570, όταν οι Τούρκοι άρχισαν την κατάκτηση της Κύπρου: «Η πρώτη τουρκική αποβατική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε βορειοανατολικά της Πάφου, στις 20  Ιουνίου. Έξη τουρκικά πλοία αποβίβασαν μικρή δύναμη, με σκοπό κυρίως την ανίχνευση του εδάφους και την βολιδοσκόπηση των διαθέσεων των Κυπρίων έναντι των Οθωμανικών σχεδίων. Αλλά η προσπάθεια έληξε με καταστροφή: σαράντα περίπου «στρατιώτες»(με διοικητές τον Πέτρο Ροντάκη  και τον Μάρκο  Αντώνιο Κυριελέησον) επιτέθηκαν εναντίον των Τούρκων και τους αποδεκάτισαν. Λίγες ημέρες αργότερα ολόκληρη η δύναμη του Οθωμανικού στόλου(350 σκάφη συνολικά) καταπλέει στη Λεμεσό και αποβιβάζει τα πρώτα αγήματα (2 Ιουλίου). Νέα ωστόσο επίθεση των ανδρών του Ροντάκη, που πλαισιώνονταν από άνδρες της Ιταλικής φρουράς της Πάφου υπό τον Βικέντιο Malipiero, προκαλεί και πάλι σοβαρές απώλειες στους επιδρομείς, οι οποίοι παρ’όλα αυτά, πριν επιστρέψουν στα πλοία τους, είχαν προλάβει να πυρπολήσουν ένα τμήμα της Λεμεσού, μερικά ακόμη χωριά και τη Μονή  Αγίου Νικολάου του  Ακρωτηρίου Γάτα».

Στις 3 Ιουλίου έγιναν νέες προσπάθειες από τους Τούρκους στην περιοχή της Λάρνακος, αποβιβάζοντας 20.000 πεζούς και 3.000 ιππείς. Όταν έφθασαν νέες τουρκικές ενισχύσεις από τα μικρασιατικά παράλια στις 20 Ιουλίου, οι Τούρκοι ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της περιοχής της Λάρνακας και προχώρησαν προς την Λευκωσία την οποία άρχισαν στις 26  Ιουλίου να  πολιορκούν. Στις 8 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι έκαναν την τελική επίθεση: «Η πόλη δεν άντεξε  στις πιέσεις των συντριπτικά υπέρτερων οθωμανικών δυνάμεων και, ύστερα από 7-8 ώρες φονικών συμπλοκών στους προμαχώνες, στα τείχη  και στους δρόμους αφέθηκε στη διάκριση των Τούρκων. Στην τριήμερη λεηλασία που ακολούθησε σφάχτηκαν χιλιάδες κάτοικοι και άγνωστος αριθμός επιζώντων σύρθηκε στη σκλαβιά·οι ηγέτες των υπερασπιστών σκοτώθηκαν πολεμώντας ή εκτελέστηκαν μετά τη σύλληψή τους· οι ορθόδοξες  και λατινικές εκκλησίες πυρπολήθηκαν ή μετατράπηκαν σε τζαμιά». Μετά την κατάληψη της Λευκωσίας, οι Τούρκοι  κατέλαβαν εύκολα την Κερύνεια, την Πάφο και τη Λεμεσό, κατακτώντας έτσι, ολόκληρη σχεδόν την Κύπρο, εκτός από την  Αμμόχωστο. Η πολιορκία της  Αμμοχώστου, η οποία ήταν καλά οχυρωμένη, άρχισε το Σεπτέμβριο του 1570.

Με τις επιτυχίες των Τούρκων στην Κύπρο και τις ναυτικές δραστηριότητες των Μουσουλμάνων στη Μεσόγειο, ο κίνδυνος για την Δυτική Ευρώπη φαινόταν να αυξάνει. Βλέποντας τον κίνδυνο να απειλεί τις κτήσεις τους, τόσο η  Ισπανία, όσο και η Βενετία, ακούουν με προσοχή το κήρυγμα του Πάπα για σταυροφορία κατά των Τούρκων.  Με σκοπό να εμποδίσουν την κατάληψη της Αμμοχώστου, οι Βενετοί στέλνουν  ναυτική βοήθεια. Και ενώ ο Πάπας συνεχίζει τις προσπάθειές του για υπογραφή συμμαχίας, οι Δυτικοευρωπαίοι δημιουργούν συμμαχικό στόλο, με σκοπό να εμποδίσουν τους Τούρκους στην κατάκτηση της Κύπρου.  Όμως, ήταν ήδη αργά για την Κύπρο:«Έτσι, όταν ο συνασπισμένος χριστιανικός στόλος κατόρθωσε, ύστερα από πολλές δυσκολίες, να συγκεντρωθεί στον όρμο της Σούδας, η τύχη της Λευκωσίας είχε ήδη κριθή.  Όταν τελικά τα χριστιανικά σκάφη(187 συνολικά, από τα οποία 12 του Πάπα υπό τον Μαρκαντώνιο Colonna, 49  Ισπανικά υπό τον  Ιωάννη  Ανδρέα Doria και 126 Βενετικά υπό τον  Ιερώνυμο Zane) ξεκίνησαν από το λιμάνι της Σητείας προς τα ανατολικά(17 Σεπτεμβρίου 1570), οι Τούρκοι είχαν ήδη καταλάβει και τη Λευκωσία και το μεγαλύτερο μέρος της κυπριακής υπαίθρου. Η συμμαχική αρμάδα, αφού έφθασε πρώτα στο Καστελλόριζο και από εκεί στο γειτονικό όρμο του Φοίνικος-αρχικό ορμητήριο, καθώς είδαμε, των τουρκικών αποβατικών δυνάμεων-, αποφάσισε να επιστρέψει στην Κρήτη άπρακτη. Μερικές προτάσεις για επιχειρήσεις στο Αιγαίο, στη Χαλκίδα ή στο Ιόνιο απορρίφθηκαν τελικά εξ αιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Τον Οκτώβριο η εκστρατεία – η πρώτη ναυτική εκστρατεία του υπό υπογραφή ακόμη «Ιερού Συνδέσμου» (Santa Liga) τελείωσε άδοξα με την επιστροφή του ισπανικού στόλου στη Μεσσήνη και των άλλων συμμάχων στην Κέρκυρα και τον  Αγκώνα».

Η πολιορκία της Αμμοχώστου άρχισε στις 17 Σεπτεμβρίου του 1570. Οι Τούρκοι διέθεταν γύρω στις 200.000 στρατό έναντι 4.000  Ιταλών και άλλων τόσων Ελλήνων υπερασπιστών της πόλεως. Οι Τούρκοι είχαν και 1.000 περίπου ιππείς,έναντι 300 των αμυνομένων. Στην πολιορκία χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι και ισχυρό πυροβολικό. Στις καθημερινές μάχες ήταν πολλοί οι νεκροί από την πλευρά των Τούρκων, καθώς οι αγωνιζόμενοι  Έλληνες και ξένοι πολεμούσαν γενναίως. Στις αρχές του Οκτωβρίου, οι Τούρκοι  έλυσαν ξαφνικά  την πολιορκία, εγκαταλείποντας τις θέσεις τους, μετά από φήμη ότι κατέφθαναν ισχυρές συμμαχικές δυνάμεις προς βοήθεια της  Αμμοχώστου. Δημιουργήθηκε μεγάλος πανικός στο τουρκικό στρατόπεδο από την άφιξη ενός  Ελληνικού  κρητικού πλοίου. Τον πανικό και τη σύγχυση στους Τούρκους, εκμεταλλεύτηκαν οι υπερασπιστές της  Αμμοχώστου και με μια τολμηρή έξοδο προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στο τουρκικό στρατόπεδο. Το γεγονός αυτό έδωσε αναβολή στην πτώση της πόλεως. Όμως η πολιορκία συνεχίσθηκε και δυσκόλεψε πολύ τους πολιορκημένους. Η τραγικότητα της καταστάσεως οδήγησε τον διοικητή Αντώνιο Βραγανδίνο, να παραδώσει υπό όρους την πόλη την 1η Αυγούστου του 1571, μετά από ένα περίπου χρόνο πολιορκία. Για την παράδοση της Αμμοχώστου στους Τούρκους πληροφορούμαστε ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις των Τούρκων και τις συμφωνίες, έγιναν μεγάλες σφαγές και λεηλασίες, με αποκορύφωμα το μαρτυρικό θάνατο του Βραγανδίνου τον οποίο, μετά από πολλά άλλα βασανιστήρια, έγδαραν ζωντανό.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των Τούρκων κατά της Κύπρου το  1570 και η κατάληψης της, καθώς και οι πρωτοφανείς βιαιότητες των Τούρκων, ανησύχησαν σημαντικά τους Δυτικοευρωπαίους. Πρωτίστως,  αγανακτισμένοι κατά των Τούρκων ήσαν οι Βενετοί,  οι οποίοι έχασαν μιαν ακόμη εμπορική βάση τους στην  Ανατολική  Μεσόγειο. Μαζί με τους Βενετούς ανησύχησαν και οι  Ισπανοί, για την  πρόοδο των Τούρκων στη Μεσόγειο, σε βάρος των δικών τους συμφερόντων. Η Γαλλία, όμως, άρχιζε ήδη να διαμορφώνει καθαρά φιλότουρκη πολιτική, ακολουθούμενη από την  Αγγλία. Οι Γερμανοί και οι Βόρειοι Ευρωπαίοι δεν έδειξαν να  ανησυχούν ιδιαίτερα.

Η Βενετία είχε και παλαιότερα, αρκετές φορές, ευρεθεί σε  εμπόλεμη κατάσταση με τους Τούρκους, από τους οποίους έχασε τις  κτήσεις της στην κυρίως  Ελλάδα. Τώρα, όμως, δεν φαινόταν να θέλει  να διεξαγάγει μόνη της τον πόλεμο κατά των Τούρκων.  Αφού δε ο  Πάπας έπεισε τον Καθολικό Βασιλιά της  Ισπανίας, να συμμετάσχει στη σταυροφορία κατά των Τούρκων, οδηγήθηκαν και οι Βενετοί στη  συμμαχία, ξεπερνώντας τις όποιες έχθρες και διαφορές τους με τους   Ισπανούς.

Η Santa Liga του 1538 έδειξε, ότι μπορεί να συγκεντρωθεί  σταυροφοριακός στρατός και στόλος, ικανός να θέσει τέρμα στην  Τουρκική κυριαρχία στη Μεσόγειο, έστω κι αν τότε η συμμαχία  δεν  κατόρθωσε να επιτύχει το ποθούμενο αποτέλεσμα.  Ακόμη η πρόσφατη  αποτυχία της πολιορκίας της Μάλτας από τους Τούρκους (1565), στην οποία είχαν βαρύτατες απώλειες, έδειξε ότι οι Τούρκοι  μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με θάρρος και θέληση από τη  χριστιανική Ευρώπη.

Έτσι λοιπόν «μετά την κατάκτηση της Κύπρου (Αύγουστος  1570) από τον Σελίμ Β’ και τις απάνθρωπες σφαγές των Βενετσιάνων  από τους εξαγριωμένους Τούρκους είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι.  Τότε ο Πάπας, με τη σύμφωνη γνώμη του Βασιλιά της  Ισπανίας  ειδοποίησε τα υπόλοιπα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, ότι είχε  έλθει η ώρα να συμμαχήσουν και ο Σταυρός του Χριστού να αναμετρηθεί με την  Ημισέληνο του Μωάμεθ.  Ήταν θεία προσταγή!…  In hoc singo Vinces…  Εν τούτω νίκα…».

Στις εκκλήσεις του δραστήριου Πάπα Πίου Ε’, προς τα διάφορα  Ευρωπαϊκά κράτη, για τη δημιουργία σταυροφορίας,  μόνο οι  Ισπανοί και οι Βενετοί απάντησαν θετικά, μαζί με τον δούκα της Σαβοΐας, τη Γένουα και τους Ιππότες της Μάλτας. Πράγματι «ύστερα από μακροχρόνιες και κοπιαστικές διαπραγματεύσεις ο Πίος κατόρθωσε στις 20 Μαΐου  1571 να γεφυρώσει τις κρυφές αντιθέσεις των Βενετών με τους  Ισπανούς, και να εξουδετερώσει τις επιφυλάξεις του Φιλίππου Β’ για την χρησιμοποίηση των  Ισπανικών δυνάμεων στην  Ανατολική  Μεσόγειο».

Ο Πάπας είπε τα εξής προς τους Βενετούς και τους  Ισπανούς:« Θα εκπληρώσω τας υποχρεώσεις τας οποίας μου επιβάλλει η θέσης μου ως κοινού Πατρός των πιστών. Προτού με καλέση ο Θεός, θα μεταχειρισθώ όλα τα ανθρώπινα μέσα, δια να ενώσω τας χριστιανικΑς δυνάμεις έναντι του μεγαλυτέρου εχθρού του Χριστιανισμού.  Απηυθύνθην προς τον βασιλέα της  Ισπανίας  και προς την  Ενετικήν Δημοκρατίαν, διότι τα εδάφη των δύο τούτων δυνάμεων είναι περισσότερον εκτεθειμένα εις την μανίαν της καταστροφής των Τούρκων. Θεία χάριτι, ευρήκα τους πρίγκιπας σας καλώς διατεθειμένους. Τώρα εις σας ανήκει να επωφεληθήτε μιας περιστάσεως, η οποία ομιλεί αφ’εαυτής. Να συνομολογήσητε μίαν συμμαχίαν,… Όταν οι βασιλείς και οι χριστιανικοί λαοί της Ευρώπης οπλισθούν, δια να καταστρέψουν  την Αυτοκρατορίαν της  Ανατολής, του Μωάμεθ, θα περάσουν δια της Κωνσταντινουπόλεως. Τούτο είναι αδύνατον σήμερον.  Αλλά ο Θεός , ο οποίος δεν θέλει να εγκαταλείψη την χριστιανωσύνην, δίδη την ευκαιρίαν να διατηρήσωμεν το βασίλειον της Κύπρου και να αποκτήσωμεν και άλλα. Οι μεταγενέστεροι θα μας αποδώσουν βαρυτάτην αμέλειαν, εάν αφήσωμεν να περάση μία τοιαύτη ευκαιρία. Το δίκαιον είναι μαζί μας, όπως είναι πάντοτε, όταν μαχώμεθα κατ’απίστων. Εαν πεισθώ, ότι θα είμαι χρήσιμος εις αυτήν την πολεμικήν επιχείρησιν,  θα είμαι πολύ  ευτυχής,  πιστεύσατέ με, να συμμετάσχω των κινδύνων, να χύσω το αίμα μου και να πέσω δια την δόξαν του Θεού και υπέρ της Δημοκρατικής Χριστιανωσύνης».

Το κείμενο της Santa Liga (Ιερού Συνδέσμου) που  δημιουργήθηκε με τη συμφωνία της 20ης Μαΐου 1571 έλεγε περίπου τα εξής:«Η συμμαχία θα ίσχυε τουλάχιστον για 12 χρόνια, θα ήταν  αμυντική και επιθετική εναντίον των Τούρκων και θα στρεφόταν εξ ίσου και εναντίον των Μουσουλμάνων της Βορείου  Αφρικής, κάτι που  ήταν αίτημα των  Ισπανών. Είχαν συμφωνήσει ακόμη και στο  πρόσωπο του  Αρχιναυάρχου που θα ήταν ο ετεροθαλής αδελφός του  Φιλίππου Β’ της  Ισπανίας, ο Don Juan de Austria, καθώς και στην  κατανομή των οικονομικών δαπανών (3/6 οι Ισπανοί, 2/6 οι Βενετοί και 1/6 ο Πάπας). Ο σημαντικότερος όμως όρος της συμφωνίας ήταν ότι απαγορευόταν στον καθένα από τους συμμάχους να  διαπραγματευθεί χωριστή ειρήνη με την Πύλη, χωρίς την έγκριση των  άλλων. Στις 25 Μαΐου 1571 η Santa Liga ανακοινώθηκε και  γιορτάσθηκε επίσημα στη Βασιλική του  Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, και ο Πάπας προσπάθησε για μια ακόμη φορά να πείσει και άλλους Ευρωπαίους ηγεμόνες να προσχωρήσουν στη συμμαχία, όπως τον  Κάρολο τον Θ’ της Γαλλίας, τον Φερδινάνδο Α’ της Αυστρίας, τους ηγεμόνες της Πορτογαλίας, Πολωνίας και Ρωσίας.Οι εκκλήσεις του όμως δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, αντίθετα μάλιστα ο Κάρολος της Γαλλίας προσπάθησε να τορπιλλίσει κάθε συμφωνία ανάμεσα στην Ισπανία και τη Βενετία, προσφέροντας στην τελευταία και τη μεσολάβησή του για την ειρήνευσή της με την Τουρκία».

Οι υπόδουλοι  Έλληνες παρακολουθούσαν, εκείνη την εποχή, με  πολύ ενδιαφέρον, ο,τι γινόταν στη Δύση, ελπίζοντας ότι ίσως από τη δημιουργία Δυτικοευρωπαϊκής συμμαχίας προέλθει όφελος και για  την πατρίδα τους. Παρ ο,τι στο παρελθόν είχαν δοκιμάσει να  συνεργασθούν με τους Δυτικούς, για την ελευθερία της πατρίδος τους και γεύτηκαν τα απογοητευτικά αποτελέσματα της συνεργασίας τους, πίστευαν  ακόμη, ότι από τους Δυτικούς θα έλθει η σωτηρία τους: «οι ειδήσεις λοιπόν από την  Ιταλία για τις  διαπραγματεύσεις των συμμάχων προκάλεσαν μεταξύ των υποδούλων εύλογη συγκίνηση, την οποία άρχισαν να εκδηλώνουν με  διαδόσεις για προφητικά μηνύματα και σημεία που προανήγγειλαν την καταστροφήτων Οθωμανών και την επανίδρυση της Ελληνικής  Αυτοκρατορίας».

Μερικά από τα προγνωστικά μηνύματα και σημεία που  διαδίδονταν ανάμεσα στους  Έλληνες, αλλά και στη Δύση  ήταν τα  εξής:

1.  Η εμφάνισης τριών ήλιων στην Κωνσταντινούπολη, που κατά  τις διαδόσεις σήμαιναν, ότι ο Φίλιππος της  Ισπανίας θα γινόταν  αυτοκράτορας εκτός της Ισπανίας, της  Ελλάδος και της  Τραπεζούντας.

2.  Η εμφάνισης στην Κωνσταντινούπολη σταυρών, που τρόμαξαν  τους Τούρκους και έδωσαν ελπίδες στον ελληνικό πληθυσμό για  απελευθέρωση. Αυτό το φαινόμενο που διεδίδετο με ενθουσιασμό από  τους Έλληνες, τόση εντύπωση προξένησε, ώστε μετά τη νικηφόρο  ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1572 τυπώθηκε στην  Ιταλία από τον G.F. Camosio.

Τέτοιες διαδόσεις και θρύλοι υπήρχαν και παλαιότερα, μεταξύ  των  Ελλήνων, που ασφαλώς απηχούσαν την πίστη των  Ελλήνων, ότι  μια μέρα θα ελευθερώνονταν από τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό  παράδειγμα είναι μια διάδοση που αφορούσε πάλι στην  Κωνσταντινούπολη:

«Στα 1522, να ξημερώνη η μεγάλη Κυριακή της Λαμπρής,  έδειξε ο Θεός το σημάδι του. Τα μεσάνυχτα σηκώθηκαν οι  Ντερβίσηδες και πήγαν στην  Αγιά Σοφιά, που ήταν Τζαμί τους, να  κάνουν προσευχή.  Αλλά, όταν μπήκαν στα προαύλια, άκουσαν  ψαλμωδία κι είδαν φωτοχυσία στον Ναό, βρήκαν τις πόρτες ανοιχτές  κι  άκουαν καθαρά να ψάλλεται το «Χριστός  Ανέστη». Τρέξανε  πίσω κι έδωσαν είδηση στο Σουλτάνο, που ήρθε σωματικώς κι  είδε και  άκουσε. Αλλά όταν αυτός έδωσε εντολή να τους κυνηγήσουν, το φως και η ψαλμωδία σταμάτησαν…».

Ακόμη διαδίδονταν και έμμετρα προγνωστικά όπως π.χ. του  Μανόλη Μπλέση στη Βενετία, που τροφοδότησαν σε υπερβολικό βαθμό  τις προσδοκίες των σκλάβων, ότι σύντομα με τη βοήθεια των ξένων η  Κωνσταντινούπολις θα γινόταν πάλι  Ελληνική.

Όμως, οι Έλληνες δεν έμειναν μόνο στις διηγήσεις και  διαδόσεις, ούτε σε μια μοιρολατρική αναμονή των γεγονότων. Δεν  αφέθηκαν στον ενθουσιασμό και στη συγκίνηση, γνωρίζοντας ότι το  μέλλον κρινόταν και από τη δική τους βούληση και πρωτοβουλία. Με  το αγωνιστικό φρόνημα που τους διέκρινε και την ετοιμοπόλεμη  αγωνιστική τους διάθεση, έσπευσαν να βοηθήσουν έμπρακτα τη  δυτική συμμαχία και εξεδήλωσαν στους Δυτικούς την επιθυμία τους, να συμμετάσχουν στον ετοιμαζόμενο πόλεμο. Πρέπει να πούμε, πως οι εξογκωμένες και παραπλανητικές ειδήσεις, που  έφθαναν από τη Δύση, δημιουργούσαν στις ψυχές των  Ελλήνων υπερβολικές και ψεύτικες ελπίδες για βοήθεια από αυτήν, πιστεύοντας, ότι σκοπός των Ευρωπαίων Χριστιανών της Δύσεως είναι το να διώξουν τους Τούρκους από τη Βαλκανική.

Όσο κι αν οι Δυτικοί ιστορικοί προσπάθησαν να μειώσουν την  ελληνική συνεισφορά στη Santa Liga του 1571, η αλήθεια είναι ότι  η συμβολή των Ελλήνων στον Δυτικό αντιτουρκικό συνασπισμό ήταν  σημαντικότατη, αν λάβει κανείς υπ’όψιν και τις ιστορικές  συντεταγμένες της εποχής. Συγκεκριμένα η  Ελληνική συμμετοχή  στο Συμμαχικό στόλο παρουσιάζεται ως εξής:

«Στα βενετικά πολεμικά σκάφη περιλαμβάνονταν και αρκετά πλοία που εξοπλίσθηκαν και διοικούνταν από  Έλληνες υπηκόους της  Βενετίας. Οι  Κερκυραίοι είχαν διαθέσει, εκτός από τα μικρότερα  βοηθητικά σκάφη, τέσσερις γαλέρες με κυβερνήτες τον Χριστόφορο Κοντοκάλη, τον Πέτρο Μπούα, τον Γεώργιο Κοκκίνη και τον Στυλιανό  Χαλικιόπουλο. Οι Ζακυνθινοί είχαν επίσης εξοπλίσει τέσσερα πολεμικά πλοία με «σοπρακόμιτους» τον  Αντώνιο Κουτούβαλη, τον Νικόλαο Μονδίνο, τον Δημήτριο Κομούτο και τον Μαρίνο Σιγούρο. Σε μικρότερα σκάφη επιβιβΑςθηκαν επίσης, εκτός από τους  Κερκυραίους και Ζακυνθινούς, αρκετοί Κεφαλλονίτες, Κυθήριοι και  Κυκλαδίτες εθελοντές. Αλλά η πιο σημαντική συμμετοχή προήλθε  από την Κρήτη. Γαλέρες κυβέρνησαν στη ναυμαχία της Ναυπάκτου είκοσι δύο Κρητικοί ευγενείς Βενετικής και έξη ελληνικής καταγωγής. Συνολικώς χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες αποστολές 46 κρητικές  γαλέρες (28 τον πρώτο χρόνο του πολέμου, 18 το 1571 και 7 το 1572) και 14 τουλάχιστον μικρότερα σκάφη (γαλέρες, φούστες  κ.λ.π.)… Μεγάλος ήταν επίσης ο αριθμός των  Ελλήνων  που πολέμησαν ως οπλίτες ή χρησιμοποιήθηκαν ως κωπηλάτες βενετικών πλοίων. Από την Κέρκυρα στρατολογήθηκαν 300  τουλάχιστον άτομα, εκτός από εκείνους που επάνδρωναν τις Βενετικές γαλέρες ως κωπηλάτες. Μικρότερος ήταν ο αριθμός των οπλιτών από τα άλλα νησιά του  Ιονίου, ενώ από την Κρήτη  στρατολογήθηκαν στα τρία χρόνια του πολέμου γύρω στις 7.000  οπλίτες διαφόρων ειδικοτήτων και 9.000 κωπηλάτες. Μπορούμε να  πούμε ότι η συμβολή των  Ελλήνων, ιδίως των Κρητικών, στη νίκη του  χριστιανικού στόλου στη ναυμαχία δεν ήταν καθόλου  ευκαταφρόνητη, αν ληφθεί μάλιστα υπ  όψιν και η γνώμη του Δον  Χουάν, που θεωρούσε ως αξιόμαχο μόνο το τμήμα εκείνο του  Βενετικού στόλου που είχε εξοπλισθεί και επανδρωθεί στην  Κρήτη»

Στο σημείο αυτό αξίζει να πούμε, ότι  στο Βενετικό στόλο υπηρετούσαν και συμμετείχαν χιλιάδες Έλληνες. Πλήθος Ελλήνων συμμετείχε επίσης και στον Ισπανικό στόλο. Δυστυχώς οι Δυτικοί ιστορικοί προσπαθούν να μειώσουν την αξία της Ελληνικής συμμετοχής. Αλλά και οι Έλληνες ιστορικοί, που αντανακλούν τις απόψεις των δυτικών. Όμως, πιστεύουμε πως έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν σχετικά με την Ελληνική παρουσία στη ναυμαχία τα εξής: «…σ’αυτήν λάβανε μέρος πολλοί Έλληνες και Ναυπάκτιοι, τους οποίους δυστυχώς ο ιστορικός  αγνόησε εσκεμμένα προκειμένου να προβληθούν οι ναυτικοί της Δύσης, σαν κύριοι πρωταγωνιστές στην ναυμαχία της Ναυπάκτου. Οι ιστορικοί καλαμαράδες του λαού, αναφέρουν στα κείμενά τους μόνο  τους Ισπανούς και Ενετούς καπεταναίους που έλαβαν μέρος και  διακρίθηκαν στη Ναυμαχία. Ο  Έλληνας ιστορικός έπεσε κι αυτός  στην παγίδα της Παπικής προπαγάνδας και πλην του Σάθα που  αναφέρει δύο  Έλληνες καπεταναίους, οι άλλοι ιστορικοί πουθενά δεν  καταγράφουν τη συμμετοχή τους στη νίκη ούτε αναφέρονται στα  ονόματά τους…».

Ασφαλώς, αξίζει να αναφέρουμε καυχώμενοι σεμνοπρεπώς, για  την  Ελληνική μεγάλη συμβολή στη νίκη της Ναυπάκτου τα ονόματα  κάποιων από τους  Έλληνες καπετάνιους που πολέμησαν στη  Ναυμαχία: Γεώργιος Καλλέργης, Στυλιανός Κονδυλάκης, Πέτρος Μπούας, Μιχαήλ Βιτσιμπάνος,  Αντώνιος Τσιμάρας, Νικόλαος Μουδινός, Γεώργιος Κοκκίνης, Νικόλαος Φισκάρδος, Αντώνιος Κουτσούβαλης, Δανιήλ Καλαφάτης, Μιχαήλ Σιγούρος, Φραγκίσκος Βομβίνος, Στυλιανός Χαλκιόπουλος, Ανδρέας Καλέγκας.

Ας έλθουμε,τώρα, στις παραμονές της Ναυμαχίας: Η συγκέντρωσης του συμμαχικού στόλου έγινε στη Μεσσήνη της  Ιταλίας, όπως αναφέρουν με ωραίο τρόπο τα «Βραχέα Χρονικά»: «…και η αρμάτα των Βενέτικων εβγήκεν εκ τους Κορυφούς (Κέρκυρα) και  επήγεν εις την Μισήνα και ανταμώθηκεν με την αρμάτα του ρηγός  της Σπάνια. Και ήλθαν και κάτεργα Βενέτικα εκ της Κρήτης εις την  Μισήνα, και όλοι οι χριστιανοί εξωμολογήθηκαν και εμετάλαβαν τα  άχραντα μυστήρια και εκίνησαν να έλθουν δια την αρμάδα την Τούρκικην και εκείνη εγύρισεν και εμπήκεν μέσα εις την  Ναύπακτον…».

Συγκεκριμένα, η συγκέντρωσις του συμμαχικού στόλου έγινε ως εξής: Στις 15 Ιουλίου αναχώρησε από τη Νεάπολη για τη Μεσσήνη ο  Παπικός στόλος με αρχηγό τον Μάρκο  Αντώνιο Κολόνα. Τον Ιούλιο πάλι, έφυγε από την Κέρκυρα για τη Μεσσήνη τμήμα του Βενετικού  στόλου, με αρχηγό τον Σεβαστιανό Βενιέρ. Στις 5 Αυγούστου  έφθασαν στη Μεσσήνη οι τρεις γαλέρες των ιπποτών της Μάλτας.  Στις 11  Ιουλίου έφυγαν τα πρώτα  Ισπανικά πλοία από τη Βαρκελώνη  και στις 20 αναχώρησε ο αρχηγός της ναυτικής σταυροφορίας της  Δύσεως Δον Ζουάν d’Austria, ο οποίος στις αρχές Αυγούστου έφθανε στη  Μεσσήνη, όπου και τον υποδέχθηκαν οι προηγηθέντες αρχηγοί του  Βενετικού και Παπικού στόλου.

Ο συμμαχικός στόλος στη Μεσσήνη πέρασε αρκετές  δυσκολίες, μέχρι να ξεκινήσει για τη μεγάλη αποστολή του. Οι έριδες  έθεσαν σε μεγάλο κίνδυνο την ενότητα των συμμάχων. Ο Πάπας απέστειλε εκεί τον Καρδινάλιο Οντεσκάλκι προσπαθώντας να βοηθήσει, ώστε να ξεπερασθούν οι έχθρες και αντιζηλίες ανάμεσα στους χριστιανούς συμμάχους. Το μήνυμα που έστειλε ο Πάπας ήταν  ότι ο Θεός αποφάσισε τη νίκη για τους χριστιανούς.

Ως απόδειξη, έφερνε θαύματα που έγιναν στην  Ιταλία και την   Ισπανία και προανήγγειλαν τη νίκη, καθώς και την εμφάνιση  προφητικών φαινομένων που έδειχναν σαφώς την εύνοια του Θεού. Ακόμη εστάλησαν πολλοί δυτικοί Ιερωμένοι και Μοναχοί (Φραγκισκανοί, Δομινικανοί,  Ιησουίτες κ.λ.π.) οι οποίοι κατηχούσαν, εξομολογούσαν και ενίσχυσαν στην πίστη τους στρατιώτες της 13ης αυτής  σταυροφορίας,  κατά των απίστων Μουσουλμάνων.

Όλους τους ένωνε τώρα το λάβαρο της  Ιεράς Συμμαχίας, το οποίο  έστειλε ο Πάπας. Στη μέση το λάβαρο είχε τον Χριστό  Εσταυρωμένο  και τους  Αποστόλους Πέτρο και Παύλο αριστερά και δεξιά του  Σταυρού.

Στα τέλη Αυγούστου έφθασαν στη Μεσσήνη και τα υπόλοιπα  Ισπανικά πλοία, καθώς και 60 Βενετικές γαλέρες από την Κρήτη. Το  πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου είχαν συγκεντρωθεί στον κόλπο  της Μεσσήνης όλες οι συμμαχικές δυνάμεις: 208 γαλέρες, 6  γαλεάσες (τα πιο μεγάλα και πιο εξοπλισμένα πλοία της εποχής)  και 85 βοηθητικά πλοία με 30.000 περίπου στρατιώτες από την Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Ελλάδα και άλλα μέρη της Ευρώπης.

Πρέπει να πούμε στο σημείο αυτό, ότι υπάρχουν διαφορετικές  πληροφορίες και εκτιμήσεις για τον ακριβή αριθμό των συμμαχικών  πλοίων και τη στρατιωτική δύναμι της συμμαχίας, χωρίς όμως  σημαντικές διαφορές: «ο χριστιανικός στόλος αποτελούνταν από  207 γαλέρες (105 Βενετικές, 81  Ισπανικές, 12 Παπικές, 3 των   Ιπποτών της Μάλτας, 3 της Γένουα  και 3 της Σαβοΐας) εξοπλισμένες με ισχυρό πυροβολικό. Ο στόλος διέθετε συνολικά 1800 κανόνια,  30.000 στρατιώτες, 12.900 ναύτες και 43.000 κωπηλάτες».

Στο πολεμικό συμβούλιο που έγινε στη Μεσσήνη, παραμερίσθηκαν τελικά οι δισταγμοί και οι αντιρρήσεις μερικών και  αποφασίσθηκε η γρήγορη δράσης εναντίον των Τούρκων, με την  αποφασιστική κρίση του νεότατου αρχηγού του στόλου Δον Ζουάν d’Austria, για τον οποίο λέγει ο Γ. Νόβας:  «Μη λησμονούμε ότι ο Στόλαρχος ήταν τότε 24 μόλις χρόνων! Είχε  την ηλικία του Μεγάλου  Αλεξάνδρου στην  Ισσό, του  Αννίβα στην Ισπανία, του Κοντέ στο Ντόρντλιγκεν, του Βοναπάρτε στην Τουλώνα. Και ήταν ωραίος, έξυπνος, συνετός στον ενθουσιασμό του, φιλόδοξος αλλά διόλου εγωπαθής, άκουγε με προσοχή τις συμβουλές των  συνεργατών του, αλλά η χαρά του πολέμου δέσποζε στην  ιδιοσυγκρασία του. Και όταν, σαν ήρθε η σειρά του, ρώτησε τον  θρυλικό Γαστώνο ιππότη Ρομεγκά τον μεγαλύτερο θαλασσομάχο  της εποχής, περί του πρακτέου κι εκείνος απάντησε:«Θέλετε τη γνώμη μου Κύριε; Ο πατέρας σας αυτοκράτωρ αν έβλεπε γύρω του τόσο μεγάλη ναυτική δύναμη θα εξεβίαζε τα Δαρδανέλλια». -«Δηλαδή πρέπει να πολεμήσουμε;» – Ο Δον Ζουάν αποφάσισε:«Λοιπόν θα πολεμήσουμε».

Έτσι λοιπόν την 16 Σεπτεμβρίου ο ισχυρός συμμαχικός στόλος  ξεκινούσε πλέον από τη Μεσσήνη. Ήδη,όμως, στη Μεσσήνη είχε  αποφασισθεί και ο σχηματισμός του στόλου κατά την αναμενόμενη  σύγκρουση με τους Τούρκους. Στο κέντρο της παρατάξεως θα ήταν αρχηγός ο  Δον Ζουάν d’Austria, στη δεξιά πτέρυγα θα ήταν αρχηγός ο  Ιωάννης   Αντρέα Ντόρια και στην αριστερή πτέρυγα αρχηγός θα ήταν ο  Αυγουστίνος Βαρβαρήγος. Πίσω από το κέντρο θα υπήρχε ισχυρή  εφεδρεία με τον μαρκήσιο της Santa Cruz αρχηγό. Ακόμη αρχηγός της εμπροσθοφυλακής θα ήταν ο Δον Ζουάν Καρντόνα.

Όταν έφευγε από τη Μεσσήνη ο Δον Ζουάν d’Austria έγραφε προς τον  φίλο του Don Garsia Alvarez de Toledo:«Φεύγω αυτή τη νύχτα για  την Κέρκυρα. Θα τραβήξω κατ’ευθείαν για εκεί όπου μάθω ότι  βρίσκονται οι Μουσουλμάνοι». Αξίζει να αναφέρουμε ότι στη  Μεσσήνη είχαν πάει να συναντήσουν τον Δον Ζουάν d’Austria και  Έλληνες  από την υπόδουλη Ελλάδα, με σκοπό να εξασφαλίσουν την υπόσχεση  του για βοήθεια στρατιωτική: « Η είδηση για τον ερχομό του Don Juan στην  Ιταλία έγινε σύντομα γνωστή στην Ελληνική χερσόνησο.Στις αρχές κιόλας του Σεπτεμβρίου άρχισαν να καταφθάνουν στη Σικελία οι πρώτες αντιπροσωπείες των υποδούλων με σχέδιο για διάφορες  επιχειρήσεις στην Ελλάδα και υποσχέσεις για φιλοϊσπανικές  επαναστατικές ενέργειες».

Όμως, ο Δον Ζουάν d’Austria δεν θέλησε να αναμιχθεί στα  Ελληνικά επαναστατικά κινήματα, γι’αυτό και τους παρέπεμψε στον Βασιλιά  Φίλιππο της Ισπανίας. Άλλωστε η συγκεκριμένη αποστολή του ήταν τώρα να κτυπήσει τον Τουρκικό στόλο. Η διαδρομή που ακολούθησε  ήταν: Κέρκυρα – Ηγουμενίτσα – Πάργα – Κεφαλονιά, με σκοπό να  φθάσει στη Ναύπακτο.

Ας μεταφερθούμε όμως στον τουρκικό στόλο για λίγο και στις  δραστηριότητές του: «Παράλληλα προς την πολιορκία της Αμμοχώστου, οι Τούρκοι πραγματοποιούσαν ήδη από τα τέλη της ανοίξεως του 1571, αλλεπάλληλες επιθέσεις σε άλλα μέτωπα. Χερσαίες δυνάμεις υπό τον  Αχμέτ πασά κτυπούσαν τις ευαίσθητες  ζώνες των Βενετοτουρκικών συνόρων στην Αλβανία και στη  Δαλματία· ισχυρός στόλος 200 τουλάχιστον σκαφών που κατηύθυναν ο καπουδάν πασάς Μουεζίν-ζαντε- Αλή, ο αρχιστράτηγος Περτέβ Πασάς και ο αρνησίθρησκος Ουλούτς Αλή, περιπολούσε στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, ενεργώντας επιδρομές και  αποβάσεις σε Βενετοκρατούμενα μέρη».

Ο Τουρκικός στόλος έκανε επιδρομή στις Κυκλάδες και στη  συνέχεια στράφηκε κατά της Κρήτης, όπου προσπάθησε να  αποβιβάσει στρατό και να λεηλατήσει το νησί.  Αποχώρησε με σημαντικές απώλειες και κατευθύνθηκε προς το  Ιόνιο, αφού  προηγουμένως λεηλάτησαν οι Τούρκοι τα Κύθηρα και  ανασυντάχθηκαν στα λιμάνια της Μεθώνης και του Ναυαρίνου. Αργότερα επιτέθηκαν  κατά της Ζακύνθου, κατέστρεψαν την Πάργα  και πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την Κέρκυρα, ενώ ήταν ήδη συγκεντρωμένος ο συμμαχικός στόλος.Θα πρέπει να αναφερθεί, ότι από όπου πέρασε ο Τουρκικός  στόλος, εκτός από λεηλασίες και καταστροφές συνέλαβε χιλιάδες Έλληνες (κατά τον Romegas, 7.000) τους οποίους χρησιμοποίησε σαν  σκλάβους κωπηλάτες.

Στις αρχές  Οκτωβρίου, όταν ο Ευρωπαϊκός στόλος ήταν στο   Ιόνιο, ο Τουρκικός στόλος ήλθε στη Ναύπακτο, για να ξεκουραστούν  οι άνδρες του και να ετοιμασθούν για την προβλεπόμενη ναυμαχία. Οι  Τούρκοι είχαν ήδη από καιρό πληροφορηθεί για τη δημιουργία της  Sacra Liga και τους σκοπούς της, καθώς και για τον ερχομό του  Ευρωπαϊκού στόλου. Λέγεται ότι ο αρχηγός του Τουρκικού στόλου έστειλε τον τολμηρό Καρά-Κοτζά στη Μεσσήνη, για να μάθει τη δύναμη των συνασπισμένων χριστιανών. Όμως, από κει έλαβε λαθεμένες  πληροφορίες για τον αριθμό των πλοίων, ότι ήταν περίπου 160, ενώ δεν είχαν φθάσει ακόμα όλα τα πλοία των συμμάχων. Με ανάλογες κατασκοπεύσεις του χριστιανικού στόλου στο Ιόνιο, προσπαθούσε πάλι ο Καπουδάν Πασάς, να μάθει πόσα περίπου πλοία είχαν  συγκεντρώσει οι χριστιανοί.

Μπροστά, λοιπόν, από τη Ναύπακτο αγκυροβολημένος ο Τουρκικός στόλος, προετοιμαζόταν κι αυτός εντατικά για την  ιστορική αναμέτρηση. Ο στόλος αυτός ήτανεξαιρετικά ισχυρός,με  εμπειροπόλεμα πληρώματα,με αρχηγούς ονομαστούς σε όλη τη  Μεσόγειο. Μετά από συσκέψεις με τους αξιωματούχους του ο Αλή Πασάς απεφάσισε την σύγκρουση και καθόρισε τον σχηματισμό στην  προκείμενη αναμέτρηση:  Στο κέντρο με 87 γαλέρες και 8 γαλιότες θα ήταν ο  ναύαρχος Καπουδάν Πασάς (Μουεζίν-ζαδέ- Αλή).  Στα δεξιά θα ήταν ο Μεχμέτ Σιρόκος, Πασάς της Αλεξάνδρειας με 54 γαλέρες και 2 γαλιότες και στα αριστερά ο Ουλούτς  Αλής, αντιβασιλέας της  Αλγερίας, με 62 γαλέρες και 32  γαλιότες. Την εφεδρεία από 5 γαλέρες και άλλα μικρότερα σκάφη θα  τα διηύθυνε ο Μουράτ Τουργούτ. Για την δύναμη του τουρκικού στόλου υπάρχουν διαφορετικές  πληροφορίες και γνώμες, χωρίς όμως μεγάλη απόκλιση. Όπως αναφέρεται, «οι Τούρκοι διέθεταν 222 γαλέρες και 60 άλλα πλοία με 750 κανόνια, 34 χιλιάδες στρατιώτες, 13.000 ναύτες και 41.000 σκλάβους κωπηλάτες. Τόσο από τους ναύτες όσο κι από τους σκλάβους οι περισσότεροι ήταν επίσης  Έλληνες. Παρά την φαινομενική υπεροχή του σε αριθμό πλοίων ο τουρκικός στόλος  μειονεκτούσε ως προς την ισχύ του πυροβολικού και ως προς τον οπλισμό των αγημάτων: ενώ όλοι οι  Ισπανοί στρατιώτες διέθεταν  πυροβόλα όπλα (αρκεβούζια), πολλοί από τους Τούρκους είχαν μόνο  τόξα».

Οι Τούρκοι, έχοντας ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους, δεν  περίμεναν πλέον την εμφάνιση του χριστιανικού στόλου στη  Ναύπακτο.  Απεφάσισαν μετά από συζητήσεις στις οποίες επικράτησαν οι πιο ενθουσιώδεις και πολεμοχαρείς, να βγουν από τα στενά του Ρίου- Αντιρρίου και να αναζητήσουν τον στόλο της Δύσεως, που οι  πληροφορίες τους έλεγαν ότι ήταν μακριά.  Έτσι στις 6  Οκτωβρίου ο  τουρκικός στόλος βγαίνει από το Ρίο- Αντίρριο, και διανυκτερεύει στις εκβολές του  Ευήνου ποταμού, κοντά στην αρχαία Καλυδώνα. Την ίδια μέρα ο Δον Ζουάν d’Austria πλησιάζει προς τις  Εχινάδες, παρά τις εκβολές του  Αχελώου και διανυκτερεύει εκεί με το στόλο του, περιμένοντας την επομένη να πλεύσει προς τη Ναύπακτο.

 Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου (7  Οκτωβρίου 1571)

Η Κυριακή 7 Οκτωβρίου 1571 έφερε τους δύο στόλους  αντιμέτωπους για τη μεγάλη ναυμαχία. Μετά από την αμοιβαία αναγνώριση τους, άρχισαν σιγά – σιγά να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο και να δημιουργούν το σχηματισμό που είχαν αποφασίσει ήδη οι αρχηγοί. Ακολούθησαν έντονες  προετοιμασίες στα καράβια τόσο των Τούρκων, όσο και των  χριστιανών. Για την κατάσταση που επικρατούσε τις στιγμές εκείνες  στο χριστιανικό στόλο της Ευρώπης γράφει τα εξής, ο Ροσέλ Καγετάνο:

«… Ήταν εκπληκτική η ταχύτητα και ο ενθουσιασμός που  έδειχναν στη δουλειά τους, άλλοι καθαρίζοντας τον τόπο στα καταστρώματα κι άλλοι ετοιμάζοντας τον οπλισμό των καραβιών…. Και ενώ οι στρατιώτες ετοίμαζαν τα αρκεβούζια,τα μουσκέτα, τα δόρατα, τις λόγχες, τα πελέκια, τα ρόπαλα και τα  σπαθιά, οι πυροβολητές τοποθετούσαν και γέμιζαν τα κανόνια τους. Οι μουσικοί δοκίμαζαν τα όργανά τους, τύμπανα, αυλούς, σάλπιγγες  και κλαρίνα… Οι αξιωματικοί έβαζαν τις πανοπλίες τους, οι ιερείς που  ακολουθούσαν σαν πνευματικοί συμπαραστάτες τριγυρνούσαν και προέτρεπαν τους αγωνιστές, οι κωπηλάτες απασχολημένοι με τις  μανούβρες και οι κυβερνήτες, οι τιμονιέρηδες και οι πιλότοι πρόσεχαν  να προχωρούν οι γαλέρες με τάξη διατηρώντας τις γραμμές και τις αποστάσεις που έπρεπε… Και ο ουρανός φαίνεται πως από κείνη κιόλας τη στιγμή άρχισε να δείχνεται ευνοϊκός, γιατί σταμάτησε  μονομιάς τον κυματισμό κι η θάλασσα απόμεινε απόλυτα ήρεμη. Και  ο άνεμος, που μέχρι τότε στάθηκε για την αρμάδα μας ενάντιος,  γύρισε ξαφνικά ενάντια στις πλώρες του εχθρού…».

Αυτή την ώρα, και ενώ οι στόλοι πλησιάζουν ο ένας τον άλλο ο  Δον Ζουάν, όπως αναφέρεται,επάνω σε ένα ελαφρό σκάφος επιβιβασμένος και κρατώντας στα χέρια του τον Τίμιο Σταυρό του  Χριστού, περνά από  όλα τα καράβια και εμψυχώνει τα πληρώματα  των πλοίων,  με λόγια πίστεως κι ελπίδας στη βοήθεια του Χριστού.

Σε λίγο οι δύο στόλοι  βρέθηκαν αντιμέτωποι με  ολοκληρωμένο το σχηματισμό τους. Ο Τουρκικός στόλος πήρε το  σχήμα ημικυκλίου που θύμιζε την Ημισέληνο, προσδοκώντας κι ένα  πρακτικό αποτέλεσμα: Τα δύο άκρα του να υπερφαλαγγίσουν τον  εχθρό και να τον κτυπήσουν από τα πλάγια, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Έφθασε σχεδόν η στιγμή για την ιστορική αναμέτρηση των δύο  κόσμων.  Έφθασε η ώρα για να  κριθή το μέλλον της Ευρώπης. Κι όπως  γλαφυρά μας περιγράφει ο Ροσέλ Καγετάνο: « Η ώρα ήταν δώδεκα: ο ήλιος έλαμπε καυτερός στη μέση του γαλανού ουρανού.  Έπνεε ο άνεμος ευνοϊκός και σε ολόκληρο τον κόλπο τίποτα δεν ρυτίδωνε τη θάλασσα και δεν προμηνούσε τη θύελλα που θα επακολουθούσε. Όσο μακριά κι αν άφηνες τα μάτια σου να πλανηθούν, δε διέκρινες τίποτα άλλο από πανιά και καράβια,πληθώρα από σημαίες και λάβαρα σε διάφορα χρώματα και όμορφες  ανταύγειες που ξέφευγαν από τα φρεσκοκαθαρισμένα όπλα και τα  κράνη, τα σκούδα και τα οικόσημα τα αστραφτερά. Η απόστασης στις  δύο αρμάδες, ήταν τόση, όση διανύει μια μπάλα κανονιού. Η Τούρκικη ρίχτηκε ενάντια στη χριστιανική με άγρια κωπηλασία. Από  τις γαλέρες τους αντηχούσαν φοβερά ουρλιαχτά, όχι γιατί είχαν πρόθεση να τρομάξουν μ’αυτόν τον τρόπο τους δικούς μας που τους παρακολουθούσαν σιωπηλά, αλλά γιατί τέτοια ήταν η συνήθεια, να εκτίθενται με κραυγές και να εκτοξεύουν ύβρεις στους αντιπάλους  τους».

« Η μεγαλειώδης σύρραξης άρχισε (όπως παρατηρεί ο Γ. Αθάνας). Οι γαλεάσες, προχωρημένες στο ανάμεσο των στόλων,  άνοιξαν σφοδρές ομοβροντίες, που έβλαψαν τα Τουρκικά πλοία και  κλόνισαν την ενότητα της παρατάξεώς τους.  Ο  Αλής κατόρθωσε να  τις προσπέραση και να βρεθή αντιμέτωπος με τον Δον Ζουάν».

Έτσι, πριν καλά καλά γενικευθεί η ναυμαχία, ήλθαν αντιμέτωποι οι δύο ναύαρχοι. Γενναίοι, ηρωϊκοί και τολμηροί και οι δύο, με λεβεντιά και θάρρος, αγωνίζονται στην πρώτη γραμμή. Οι ναυαρχίδες τους  κινούνται η μια εναντίον της άλλης γρήγορα, ώστε σε λίγο να γίνει  μια  σφοδρότατη σύγκρουσης. Το ένα πλοίο πέφτει πάνω στο άλλο με  μεγάλη δύναμη. Το Τουρκικό εμβολίζει το χριστιανικό: «Και φτερούγισαν ο ένας ενάντια στον άλλον, και με τόση ορμή και μανία συγκρούστηκαν, που το έμβολο της Βασιλικής του Αλή χώθηκε ως τον τέταρτο μπάγκο της χριστιανικής, επειδή είχε και την πλώρη πιο ανυψωμένη. Τρομερό υπήρξε το χτύπημα και για τα δύο σκάφη. Αλλά ακόμη πιο φοβερή ήταν η καταστροφή που επέφεραν το πυροβολικό και τα αρκεβούζιά μας στον εχθρό. Με τη δεύτερη κιόλας βολή είχε εξαφανιστεί από την πρύμνη και τη γέφυρα το πλήθος που τη γέμιζε. Αμέσως μετά ανάστατες, κολλημένες μεταξύ τους οι δυό γαλέρες,  μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο των αρκεβουζίων και των κανονιών, τα χτυπήματα των σπαθιών και των ασπίδων, τα  τριξίματα των ξύλων και τις κραυγές των πολεμιστών, φαινόταν σα να γκρεμιζόταν ο ουρανός, λες και ο κόσμος είχε φτάσει στην  τελευταία του ώρα του αφανισμού».

Ενώ γινόταν μάχη σώμα με σώμα επάνω στα δυό καράβια, ανάμεσα στους γενίτσαρους του  Αλή και τους  Ισπανούς πολεμιστές  χωρίς να γνωρίζει, κανείς, ποιός θα επικρατήσει, άρχισε η συμπλοκή και  των άλλων γειτονικών προς τις ναυαρχίδες πλοίων. Ήδη, όμως, είχε αρχίσει και η σύγκρουσης της αριστερής πτέρυγας του χριστιανικού στόλου με τη  δεξιά των Τούρκων.

Οι Τούρκοι, στο σημείο αυτό φαινόταν να πλεονεκτούν. Μετά το  θάνατο του αρχηγού των χριστιανών Μπαρμπαρήγου η νίκη έγερνε  προς το μέρος των Τούρκων, που είχαν καταφέρει να περάσουν κιόλας λίγες γαλέρες πίσω από τη χριστιανική παράταξη. Όμως, οι χριστιανοί συνέχιζαν να πολεμούν γενναία. Στη δύσκολη στιγμή ενισχύεται η πτέρυγα αυτή, ώστε ξανά η μάχη να είναι αμφίρροπη.

Όμως, και στη δεξιά πλευρά, όπου είναι αντιμέτωποι ο  Αντρέας  Ντόρια και ο επιδέξιος και ικανός αρχηγός Ουλούτς  Αλής, δεν είναι  καθόλου εύκολη η αναμέτρησης.  Η σύγκρουσης ανάμεσα στα τμήματα  αυτά των στόλων αργοπορεί. Ο Ουλούτς  Αλής ξανοίγεται στη θάλασσα και παρασύρεται και ο Αντρέας Ντόρια, ώστε σε λίγο να  δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα: Έγινε ρήγμα στη χριστιανική παράταξη με την απομάκρυνση των πλοίων του  Αντρέα Ντόρια. Σ’αυτό το κενό εισέβαλλε με επιδεξιότητα και ταχύτητα ο Ουλούτς Αλής και με σφοδρότητα επετέθη κατά των χριστιανικών γαλέρων, ανάμεσα στις οποίες ήταν οι γαλέρες της Μάλτας. Κατέλαβε τη ναυαρχίδα της Μάλτας, κατάσφαξε τους γενναίους υπερασπιστές  της και πήρε για λάφυρο τη σημαία της ναυαρχίδας.

Όμως, οι ενισχύσεις που ήρθαν από το κέντρο και την εφεδρεία  έφεραν σε δύσκολη θέση τους Τούρκους. Ο Ουλούτς Αλής, βλέποντας τον κίνδυνο προσπαθεί να απομακρυνθεί με τις γαλέρες  που αιχμαλώτισε, ενώ στο αριστερό κέρας των χριστιανών οι Τούρκοι χάνουν τη μάχη μαζί με τον αρχηγό τους Σιρόκο, που πεθαίνει  αγωνιζόμενος ηρωικά.

Η σύρραξης ανάμεσα στους δύο στόλους συνεχίζεται με  σφοδρότητα: «Τώρα πια ήταν αδύνατο να κρατηθεί και η παραμικρή  τάξις. Οι γαλέρες κατεδίωκαν οι μεν τις δε. Αυτές που νικούσαν  φτερούγιζαν να βοηθήσουν όσες κινδύνευαν. Είχαν ανακατευθεί οι πτέρυγες μέσα στη μάχη, η δεξιά με την αριστερή, τα μπαρμπερίνικα γαλιόνια με τα καράβια από το Χάνδακα και τα ιστιοφόρα της  Νεάπολης με τις Φούστες της Κωνσταντινούπολης. Κρατούσαν  κιόλας οι δικοί μας σταθερά το σημείο που με γενναίο πείσμα  διαφέντευαν πριν από λίγο οι εχθροί. Κι έβλεπες ήδη μια Τούρκικη  γαλέρα να την υπερασπίζονται Ισπανοί, κι ένα λάβαρο Μαλτέζικο  νάνε το διακριτικό ενός κουρσάρικου».

Όμως η ναυμαχία δεν επρόκειτο να κριθεί στα άκρα αλλά στο  κέντρο, όπου οι δύο γενναίοι ναύαρχοι έδιναν μια ανελέητη μάχη: «Ο Δον Χουάν δούλευε το σπαθί του αδιαφορώντας για τους  κινδύνους, παίζοντας τη ζωή του, κάθε στιγμή με την πληθωρική  θέρμη της νεανικής του ηλικίας. Ο Αλής σημάδευε με το τόξο του και  πότε-πότε έφθανε κι ως το κατάρτι της γαλέρας του σαν  αρχιστράτηγος γενναίος κι επιδέξιος… Δύο ώρες είχαν περάσει από όταν άρχισε η τρομακτική εκείνη  σύγκρουση ανάμεσα στον Δον Χουάν και τον Τούρκο, κι ούτε ένα λεπτό ανάπαυσης, ούτε η παραμικρή ελπίδα για θρίαμβο είχε αναφανεί. Τόσοι ήταν οι νεκροί από τη μια κι από την άλλη πλευρά,  που οι γαλέρες φαίνονταν σα να στηρίζονται πάνω σε πτώματα».

Πάνω σ’αυτή την τρομερή πάλη, ανάμεσα στον  Αλή και τον  Δον Χουάν και ενώ η ναυμαχία συνεχιζόταν χωρίς να υπάρχει ακόμη  νικητής, κι ενώ στα κατάρτια δίπλα-δίπλα κυμάτιζαν ο Σταυρός και η Ημισέληνος ακούστηκε η κραυγή: «νικήσαμε!». Ο Τούρκος ναύαρχος είχε πεθάνει ηρωικά πάνω στη μάχη. Λένε πως κάποιος του  έκοψε το κεφάλι και το έδειχνε.  Άλλοι πως το κάρφωσαν σε μια λόγχη και το έστησαν ψηλά για να φαίνεται,  κι άλλος, πως ο Δον  Ζουάν διέταξε να το ρίξουν στη θάλασσα.

Μετά το θάνατο του αρχιναύαρχου του τουρκικού στόλου και  την ανάρτηση της χριστιανικής σημαίας στην ναυαρχίδα του, η μάχη είχε σχεδόν κριθεί. Όμως, για πολύ χρόνο ακόμα γίνονταν λυσσαλέες συγκρούσεις. Στην αριστερή πτέρυγα οι χριστιανοί υπερτερούσαν και οριστικά κατάφεραν να επικρατήσουν. Στη δεξιά, όμως, ο αγώνας συνεχιζόταν. Εκεί έτρεξε με τα πλοία του και ο μαρκήσιος της Σάντα Κρουζ, καθώς και ο Δον Ζουάν, όπου φαινόταν πως ο Ουλούτς Αλής είχε την υπεροχή του Αντρέα Ντόρια. Τελικά ο Ουλουτς Αλής προτίμησε να εγκαταλείψει τα πλοία τα οποία κατέλαβε και συγκεντρώνοντας αρκετά δικά του, έφυγε με  κατεύθυνση την Πρέβεζα.

Έτσι, οι Χριστιανοί κυριάρχησαν οριστικά επί των Οθωμανών, αιχμαλωτίζοντας πολλούς Τούρκους και καράβια, ενώ πολλά είχαν καεί ή βυθιστεί μαζί με τους σκλάβους κωπηλάτες:«Οι φρικωδέστερες κραυγές τρόμου, πόνου, ελέους, που αντήχησαν ποτέ στην Οικουμένη, ακούστηκαν εκεί. Ήταν τα ουρλιαχτά των βογαδόρων, των κωπηλατών που, αλυσοδεμένοι στα  κάτεργα, καίγονταν ζωντανοί σαν λαμπάδες, ή καταποντίζονταν μέσα στις γαλέρες, χωρίς να μπορούν να λυθούν από τα δεσμά τους να πέσουν στη θάλασσα, να προσπαθήσουν να σωθούν. Η τραγωδία της ζωής των οικτρών εκείνων σκλάβων είναι από τις πιο απάνθρωπες που δοκίμασαν ποτέ επί της γης έμψυχα όντα».

Η κατάληψης και λεηλασία των Τουρκικών πλοίων, από τους χριστιανούς που πανηγύριζαν, συνεχίσθηκε μέχρι που σκοτείνιασε, ενώ η θάλασσα μαρτυρούσε τη γιγαντιαία σύγκρουση που είχε προηγηθεί:

«Το θέαμα που πρόσφερε η θάλασσα, κατακόκκινη σε έκταση  αρκετών μιλίων από το αίμα που χειμαρρώδικα είχε τρέξει, κι από  πάνω σκεπασμένη όλη από ανθρώπινα μέλη και φρικτά πτώματα,  ρούχα, κομμάτια καραβιών, σανίδες, κουπιά, άρματα, κατάρτια και  ξάρτια, ήταν θλιβερό και οδυνηρό. Πόσες ελπίδες και φιλοδοξίες δεν  είχαν ναυαγήσει, και τι πλούτη είχαν χαθεί σ’εκείνα τα κύματα!  Η  θύελλα που μουγκρίζοντας τα φούσκωνε και τα μάνιαζε, μεγάλωνε τη φρίκη εκείνου του απαίσιου πίνακα. Και μόνο οι φλόγες από τις Τουρκικές γαλέρες που έκριναν άχρηστες (οι Χριστιανοί), σκόρπιζαν τις ανταύγειές  τους σ’όλο τον κόλπο κι έκαναν κάπως διασκεδαστικό το θέαμα, καθώς φαίνονταν σαν γιορταστική φωταγώγηση της νίκης…».

Οι περισσότεροι από τους Τούρκους αρχηγούς είχαν σκοτωθεί.  Σώθηκαν μόνο ο Ουλούτς  Αλής και ο Περτέβ Πασάς με λίγα πλοία  που έφυγαν, άλλα προς την Πρέβεζα και άλλα προς την Ναύπακτο,  μάρτυρες της φοβερής ναυτικής καταστροφής για την Τουρκία.

Ο Δον Ζουάν οδήγησε το στόλο του στο λιμάνι του Πεταλά, όπου και διανυκτέρευσε.Όταν έφτασαν εκεί, δέχτηκε τα θερμά  συγχαρητήρια όλων, αλλά και ο ίδιος τίμησε όπως έπρεπε τους συνεργάτες του.  Εκεί φρόντισαν τους πολλούς πληγωμένους και φέρθηκαν, όπως αναφέρεται, ευγενικά στα δύο νεαρά παιδιά του γενναίου Τούρκου  αρχιναυάρχου που είχαν πιαστεί αιχμάλωτα. Πέρασαν εκεί, λοιπόν, τη  νύχτα, ενώ μια μεγάλη θαλασσοταραχή στο χώρο της Ναυμαχίας, εξαφάνιζε τα ίχνη της συγκρούσεως, ανάμεσα στον Χριστιανικό και Μουσουλμανικό  κόσμο.

Ο τραγικός απολογισμός σε ανθρώπινα θύματα και από τις δύο  πλευρές ήταν μεγάλος: Σύμφωνα με τον Ζουριέν ντε λα Γκραβιέρ,  οι Τούρκοι έχασαν 15 γαλέρες, άλλες 174 αιχμαλωτίστηκαν από τους χριστιανούς, 30.000 ήσαν οι νεκροί, 8.000 ήσαν οι αιχμάλωτοι και  οι σκλάβοι, που απελευθερώθηκαν, ήσαν 12.000. Κατά τον ίδιο συγγραφέα οι χριστιανοί έχασαν 15 γαλέρες με 7.500 νεκρούς και 7.784  τραυματίες.

Όμως, και για το θέμα των νεκρών διαφέρουν οι γνώμες των  ιστορικών.  Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ανάμεσα στους νεκρούς, οι  πιο πολλοί ήταν  Έλληνες, όπως πολύ σωστά παρατηρείται: «Και όμως με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς φθάνει κανείς εύκολα  στο συμπέρασμα ότι στην τρομερή εκείνη εκατόμβη ανθρώπινων  ζωών οι  Έλληνες είχαν το τραγικό προβάδισμα: το ποσοστό των   Ελλήνων μεταξύ των τουρκικών πληρωμάτων δεν ήταν μικρότερο  από το 30%  αν όχι και το 40%.  Από τους νεκρούς εξ άλλου της  συμμαχικής παρατάξεως ένα μεγάλο μέρος ήταν  Έλληνες της  Κρήτης και των  Ιονίων νησιών.  Από τους 2.300 κωπηλάτες  χριστιανικών πλοίων που πνίγηκαν, ελάχιστοι μόνο δεν προέρχονταν  από  Ελληνικές περιοχές. Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι το  τίμημα της νίκης πληρώθηκε κυρίως με  Ελληνικό αίμα».

Για τη συμμετοχή των Ελλήνων στη ναυμαχία μιλά κι ένα  Μωραΐτικο τραγούδι:

«.. Αγνάντιο στην Κεφαλλονιά, καρσί στο μοναστήρι

εκεί συναπαντήθηκαν οι δυό χοντρές αρμάδες,

του Τούρκου  ναι χιλιάρμενο, του Φράγκου πεντακόσια

κι αρχίσανε τον πόλεμο κι αρχίσαν το σεφέρι·

πέφτουν τα βόλια σα βροχή κι οι μπάλλες σα χαλάζι.

Μια Τουρκοπούλα αγνάντευε από το παραθύρι:

«Πάψε Ρήγα τον πόλεμο, πάψε και το σεφέρι

να μετρηθούν τ  ασκέρια σας και να λογαριαστούνε».

Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν τρεις χιλιάδες

μετριούνται τα  λληνόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες».

Το τραγούδι αυτό διηγείται τη φοβερή σύγκρουση ανάμεσα  στους δύο στόλους. Μόνο που οι  Έλληνες που έλειψαν δεν ήταν «τρεις  λεβέντες» αλλά χιλιάδες. Όμως, ο συνθέτης του δημοτικού  τραγουδιού εκφράζει έτσι τη χαρά του και την περηφάνεια του για τη  νίκη που ήταν με το μέρος των  Ελλήνων και των άλλων Ευρωπαίων.

Για δε την τραγική κατάταση των χιλιάδων Ελλήνων σκλάβων που βρέθηκαν στη Ναυμαχία, ως κωπηλάτες του Τουρκικού στόλου, μιλάει το παρακάτω τραγούδι, όπου περιγράφεται και η ναυμαχία:

«Να ημουν πουλί γλυκαηδονί, να ημουνα χελιδόνι,

να ημουν και χρυσοφάναρο στο ‘φάρο της Μεσσήνας,

για νάγλεπα, να βίγλιζα το Ρήγα π  αρμενίζει,

οπ  αρμενίζουν χαίροντας και λάμνουν τραγουδώντας.

Δεν παν σε πόρτο για να μπουν, λιμιώνα για ν αράξουν,

γυρεύουν τον  Αλή Πασά για να τον πολεμήσουν.

Όταν απαντηθήκανε οι δυό χοντρές αρμάδες,

βροντοκοπάν οι κανονιές, γίνεται η μέρα νύχτα,

πλώρη με πλώρη σμίγουνε, κατάρτι με κατάρτι,

λαμποκοπάνε τα λαμιά, βροντάνε τα τριμπόνια,

ποδάρια, χέρια και κορμιά, γιομίζουν τα καράβια,

σκοτώθη κι ο  Αλή Πασάς, το άξιο παληκάρι,

κι ο Ρήγας την γαληότα του την έσερν  απ  την πρύμνη.

Μέσα είχε σκλάβους εκατό, στα σίδερα δεμένους,

και σκλάβος αναστέναζε, κι εστάθη το καράβι.

Ο Ρήγας ανατρόμαξε, τον πρώτο του φωνάζει:

– Εκείνος π αναστέναξε κι  εστάθη το καράβι,

αν ην από τους δούλους μου τη ρόγα του θ  αυξήσω,

κι αν ην από τους σκλάβους μου θα τον ελευθερώσω.

– Εγώ ειμ οπ αναστέναξα και το καράβι εστάθη,

γιατ είδα όνειρο κακό στον ύπνο που κοιμώμουν,

είδα και την γυναίκα μου, την στεφανώναν, μ  άλλον.

Νειόγαμπρον τέσσερων μερών Τούρκοι με πήραν σκλάβον

και δέκα χρόνους έκαμα στης ΜπαρμπαριΑς το χώμα

δέκα καρυές εφύτεψα στη φυλακή που μ  είχαν,

κι απ όλες έφαγα καρπό και λευτεριά δεν ηύρα..».

Στο σημείο αυτό αξίζει να προσθέσουμε και κάτι ακόμα.  Ότι οι   Έλληνες που βιαίως στρατολογήθηκαν από τους Τούρκους, με την παθητική τους στάση κατά τις  κρίσιμες ώρες της ναυμαχίας και με την τοποθέτηση τους με το μέρος  των χριστιανών,  συνέβαλαν πολύ στην πραγματοποιηθείσα νίκη.  Όπως μαρτυρεί ο Τζ. Κονταρίνι που ήταν στη ναυμαχία: «οι σκλάβοι χριστιανοί των τουρκικών πλοίων, μέσα στη σύγχυση της τρομερής σύγκρουσης  κατέστρεφαν τα κατάρτια και έκοβαν τα σχοινιά με τα ίδια σπαθιά  που οι Τούρκοι τους είχαν  δώσει». Και βεβαίως έχει δίκιο ο ιστορικός Ράί ωά, όταν μαρτυρεί περί του πως  πολέμησαν οι  Έλληνες: «Πάνω απ  όλους οι  Έλληνες, δείχνοντας τόλμη και  γνωρίζοντας να επιτίθενται και να αμύνονται με τον καλύτερο τρόπο αγωνίσθηκαν με θαυμαστή επιτυχία».

Αυτή η ολοπρόθυμη συμμετοχή των Ελλήνων στο πλευρό των  συμμάχων – και ως σκλάβοι κωπηλάτες και ως ελεύθεροι πολεμιστές, θυμίζει τον αγώνα των Ελλήνων στο πλευρό πάλι των Δυτικών συμμάχων κατά τους δυό παγκοσμίους πολέμους, που συγκλόνισαν την Ευρώπη και απείλησαν την ελευθερία των Ευρωπαϊκών λαών. Οι ομολογίες των Δυτικών για την ανδρεία των Ελλήνων στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, θυμίζει όσα οι απόγονοί τους είπαν επαινετικά για τους  Έλληνες, όταν αυτοί αγωνίζονταν κατά του Γερμανικού Ναζισμού και του  Ιταλικού Φασισμού.

Οι νικήτριες, όμως, χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης, δεν  έκαμαν ουσιαστικά τίποτε για τους  Έλληνες, μετά την νίκη της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου ως αντιπροσφορά στο αίμα που έχυσαν. Τίποτε δεν προσπάθησαν μετά τη λαμπρή νίκη για την απελευθέρωση των  Ελληνικών περιοχών, στις οποίες υποσχέθηκαν βοήθεια. Ούτε καν για την Ναύπακτο, όπως διαμαρτύρεται ο Γάλλος  πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη: «Καταντά μάλιστα περίεργο πως δεν απεφάσισαν ούτε αυτήν την γειτονική του πεδίου  μάχης Ναύπακτον να καταλάβουν μολονότι είχε φονευθή ο Διοικητής  αυτής (Φριντούς-Μπέης), και η φρουρά της είχε εξανεμισθεί κατά τη  Ναυμαχία».

Οι Έλληνες, περιμένοντας ενίσχυση και στήριξη από τους  Ευρωπαίους επιχείρησαν κάποιες επαναστατικές εξεγέρσεις, στις  οποίες οι Τούρκοι απάντησαν με σκληρά αντίποινα.  Όπως  αναφέρεται στο «Χρονικό του Γαλαξιδίου», που  αφορά το 1571, και τα μετά τη ναυμαχία, οι ελπίδες των  Ελλήνων  στη Δύση , για μια φορά ακόμη διαψεύστηκαν:

» Εκεί που διήγαμε, θα σας -επώ  και ένα κακό, που  εγενέθηκε με απιστία των Φραγγών, που πάντα πολεμάνε τη ρωμαίικη  πίστη.  Έστοντας οι Φράγκοι να νικήσουνε την τούρκικη αρμάτα,  επαραγγείλασι σε ούλους τους Χριστιανούς, πως να σηκώσουνε  άρματα κατά τους Τούρκους και αυτοί θα τους συντρέξουνε.   Ακούοντας γουν τέτοια παρηγορητικά λόγια, οι Χριστιανοί με  μεγάλη χαρά και πολύ κρυφά ετοιμασθήκασι για να βαρέσουνε τους Τούρκους. Ήρθασι γουν πολλοί Μοραΐτες στο Γαλαξείδι και μέσα  στην εκκλησία του  Αγίου Παντελεήμονος εκάμασι με τους Γαλαξειδιώτες τες συμφωνίες με όρκο για να σηκωθούνε την ίδια  ημέρα. Και οι Λιδορικώτες το επαραδεχθήκασι και οι Σαλονίτες, όσοι ήρθασι κρυφά στο Γαλαξίδι, και εμείνασι σύμφωνοι, πως άλλοι της  στεριάς και άλλοι του πελάγου να βαρέσουσι τους Τούρκους, λέοντας «ή να πεθάνομε ή να ξεσκλαβωθούμε· και όποιος  μετανιώσει ή προδώσει αυτά που είπαμε να μην ιδεί Θεού  πρόσωπο». Και βάλανε «ούλοι τα χέρια απάνου ατές εικόνες και  εποίκασι φοβερούς όρκους… Και  όσοι Μοραΐτες εγλύσασι, επήγασι στη Μάνη και εκεί εσηκώσασι  σεφέρι, σφάζοντας τους Τούρκους. Τρεις Μοραΐτες ερχόμενοι κρυφά  στο Γαλαξίδι, αφηγηθήκασι τα τρεχάμενα και τους ελέγασι να  σηκώσουνε σεφέρι. Και οι Γαλαξιδιώτες εστείλασι γοργόν την νύχτα στο Λιδόρικι, στη Βιτρινίτζα και στο Σάλωνα παραγγέλνοντας  στους συντρόφους τα μαντάτα. Και ήρθασιν οι Λιδωρικιώτες, Βιτρινιτζώτες στο Γαλαξίδι και αποφασίσασι να σηκώσουνε σεφέρι και σκοτώσουσι τους Τούρκους, θαρρώντας και στη βοήθεια των Φράγκων. Και εμαζωχθήκασι τρεις χιλιάδες και επήγασι κατ(απάνω)  στα Σάλωνα, στέλνοντας μαντατοφόρους να σηκωθούνε και οι άλλοι  από το Βενέτικο. Και απόξω από το Σάλωνα ηύρασι το τούρκικο  ασκέρι, που μαθαίνοντας τα μαντάτα βγήκε να τους βαρέσει.  Εκεί  ήρθασι οι μαντατοφόροι, το πως από το Βενέτικο κανένας δεν  σηκώνει άρματα και οι Φράγκοι πουθενά δεν φαίνονται και πως τους  εγελάσασι και βοήθεια δεν στέλνουνε«.

Αλλά δεν είναι μόνο το χρονικό του Γαλαξειδίου. Μετά τη  Ναυμαχία οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των συμμάχων ήταν αποθαρρυντικές. Η αποτυχημένη πολιορκία της Λευκάδος, η πολιορκία του «Μαργαριταριού» στη Θεσπρωτία και η ανακατάληψη του Σοποτού  στη Χιμάρα, δεν μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη θελήσεως των Ευρωπαίων, για στρατιωτική βοήθεια στους  υπόδουλους. Εκείνο που πρόσφεραν εύκολα ήταν η δημιουργία  ψεύτικων εντυπώσεων.

Και τούτο γιατί:«Οι προσπάθειες αυτές έμειναν χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις στην πορεία του πολέμου. Προκάλεσαν όμως αναστατώσεις μεταξύ των Ελλήνων, οι οποίοι νόμιζαν ότι οι σύμμαχοι συνέχιζαν το έργο που είχαν αρχίσει με τόσο  εντυπωσιακό τρόπο στη Ναυμαχία της 7ης  Οκτωβρίου 1571. Από την επομένη λοιπόν της χριστιανικής νίκης άρχισαν στις ελληνικές χώρες σοβαρές επαναστατικές ενέργειες, οι οποίες όμως θα μείνουν χωρίς συνέχεια και χωρίς καμιά υποστήριξη εκ μέρους των συμμάχων. Η κίνηση προήλθε από τον ενθουσιασμό των ραγιάδων, τις άφθονες υποσχέσεις των χριστιανικών δυνάμεων και τις φήμες για αποβάσεις βενετικών και ισπανικών στρατευμάτων σε ελληνικές περιοχές. Ο αντίκτυπος ήταν πραγματικά τεράστιος στον χριστιανικό πληθυσμό της νότιας Βαλκανικής. Στην Πάτρα, πέντε  πρόκριτοι και ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός Α’ (1561- 1572),μόλις έφθασε η είδηση της τουρκικής καταστροφής, πανηγύρισαν με δοξολογίες και άλλες εκδηλώσεις τη χριστιανική νίκη. Ταυτόχρονα, άρχισαν να προετοιμάζονται για εξέγερση και ήλθαν σε επαφές με κατοίκους των γειτονικών χωριών και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου και της Στερεάς. Πολλοί εξ άλλου από τους κατοίκους των δύο ακτών του Κορινθιακού κόλπου άρχισαν  συστηματικά να καταδιώκουν και να σφάζουν ανελέητα τα  πληρώματα των τουρκικών καραβιών που κατέφευγαν στις περιοχές τους. Τουρκικά έγγραφα κάνουν λόγο για μεγάλες απώλειες μεταξύ των ανδρών που είχαν ξεφύγει από την καταστροφή της ναυμαχίας και που έπεφταν τώρα στα χέρια των κατοίκων του Αιτωλικού και άλλων χωριών της νοτιοδυτικής Ρούμελης. Αλλά και σε άλλες περισσότερο απομακρυσμένες περιοχές παρατηρήθηκαν σοβαρές αντιτουρκικές ενέργειες: πυρπολήσεις τζαμιών, απείθεια προς τις οθωμανικές αρχές και, συχνά, ανοικτή ανταρσία και βιαιοπραγίες ενταντίον Τούρκων και  Εβραίων.  Η κατάσταση φαίνεται ότι ξέφυγε για ένα διάστημα από τον τουρκικό έλεγχο στα ορεινά χωριά της  περιοχής της  Αχρίδος και του  Αργυρόκαστρου, της Παραμυθιάς, της  Άρτας και της Πρέβεζας, της δυτικής Μακεδονίας και της βορειοδυτικής και νότιας Πελοποννήσου.Σοβαρές αντιτουρκικές  ενέργειες επισημάνθηκαν και σε αστικά κέντρα (στη Θεσσαλονίκη  και στις Σέρρες), σε αγιορείτικα μοναστήρια και σε χωριά του Πηλίου  και του Παγασητικού κόλπου. Οι επιδρομές εξ άλλου μικρών  καραβιών, συνήθως ελληνικών, που ξεκινούσαν κατά κανόνα από την  Κρήτη, είχαν ως αποτέλεσμα επαναστατικές εκδηλώσεις και αναστατώσεις στα νησιά Κάρπαθο, Ρόδο, Κω,  Άνδρο, Νάξο, Πάρο,  Μυτιλήνη, Άγιο Ευστράτιο, Λήμνο, Σκιάθο και Εύβοια, καθώς επίσης  και σε μερικά παραθαλάσσια μέρη της δυτικής Μικράς Ασίας(στα περίχωρα της Σμύρνης, της Παλαιάς και της Νέας Φώκαιας, του Τσεσμέ κ.α.). Οι πληροφορίες των πηγών – που προέρχονται κυρίως από τουρκικά και δυτικοευρωπαϊκά αρχεία – δεν είναι πάντοτε σαφείς και δεν επιτρέπουν τεκμηριωμένη εξακρίβωση της εκτάσεως και της σημασίας των γεγονότων. Εκθέσεις ωστόσο ξένων διπλωματών στην Κωνσταντινούπολη κάνουν λόγο για χιλιάδες  νεκρούς και αιχμαλώτους μεταξύ των κατοίκων της ελληνικής χερσονήσου, θύματα των τουρκικών αντιποίνων και των σκληρών  προληπτικών μέτρων των Οθωμανών. Από τις αναστατώσεις αυτές ξεχωρίζουν οι επαναστατικές προσπάθειες της περιοχής της Παρνασσίδος, της  Αχαΐας και προπαντός της Μάνης».

Για τις επαναστατικές ενέργειες των  Ελλήνων μετά τη Ναυμαχία  και τις ελπίδες τους στη βοήθεια των Δυτικών, είναι πολύ σημαντικά όσα ανέφερε ο Καθηγητής Μ.Μανούσακας, στο Συνέδριοτής Βενετίας τού1971,του αφιερωμένου στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου:

«Με ανάλογα κίνητρα υπήρξαν συλλήψεις και εκτελέσεις ευγενών  Ελλήνων και κληρικών στα Ρόδο, όπου όπως αναφέραμε, ο Δον Ζουάν είχε ήδη στείλει ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Στην Κάρπαθο, στη Μυτιλήνη, στη Νάξο οι  Έλληνες και οι Βενετσιάνοι είχαν εξουδετερώσει την Τουρκική Διοίκηση, συλλαμβάνοντας τους Εβραίους που ήταν στην υπηρεσία του  Ιωσήφ Νάζι. Στη Μακεδονία (στη Θεσσαλονίκη και στις Σέρρες) αλλά και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, ύστερα από την είδηση της χριστιανικής νίκης στη Ναύπακτο, σημειώθηκαν μεγάλα επεισόδια βίας και δολοφονιών υπόπτων. Βενετσιάνικες πηγές αναφέρονται στον κίνδυνο που διέτρεξε και ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης με έναν άλλον  Έλληνα Μητροπολίτη, ενώ αναφορές  Ελλήνων προσφύγων στην  Ισπανία μιλούν για σφαγές, καταπιέσεις και καταστροφές που υπέστησαν όσοι θεωρήθηκαν ύποπτοι επαφών με τους συμμάχους, πριν και κυρίως μετά την Νίκη της 7ης  Οκτωβρίου.

Οι πληροφορίες σχετικά με αυτά τα δραματικά συμβάντα είναι ανακριβείς και συγκεχυμένες. Ο Γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη ομιλεί για το σφάξιμο χιλιάδων Ελλήνων κληρικών και λαϊκών, θύματα των αντιποίνων των Τούρκων ή του φόβου μιας πιθανής εξεγέρσεως.

Περισσότερα στοιχεία υπάρχουν σχετικά με την εξέγερση στη Μάνη, η οποία διήρκησε περισσότερο και με περισσότερους επαναστάτες. Είδαμε ότι οι Μανιάτες είχαν ξεσηκωθεί από το 1568 και ότι συμφώνησαν με τους Βενετούς για μια περισσότερο συστηματική εξέγερση.  Η Βενετσιάνικη κυβέρνησης ενέκρινε τη χορήγηση όπλων στους επαναστάτες Μανιάτες και εξέλεξε και έναν Βενετσιάνο σαν αρχηγό τους, τον γραμματέα του Προβλεπτή του Σερίγου, Φαβιανό Μπάμπο και έναν  Έλληνα ευγενή από τη Ζάκυνθο τον Nusio Siguros πατέρα του μελλοντικού αγίου προστάτη του νησιού Διονυσίου Σιγούρου.

Φαίνεται πως τελικά δεν έφθασαν ούτε τα όπλα, ούτε οι επιλεγμένοι αρχηγοί.  Έτσι οι Μανιάτες σπρώχθηκαν να έχουν τις πρώτες επαφές με τους  Ισπανούς, επαφές που ύστερα φέρανε μια σταθερή συνεργασία εναντίον των Τούρκων και που διήρκησαν μέχρι περίπου το τέλος του 16ου αιώνα.

Για την εξέγερση στη Μάνη είχε αποφασιστική σημασία η ανάληψης της αρχηγίας από την πλευρά του Μητροπολίτη Μονεμβασίας Μακαρίου Μελισσουργού, ή όπως ήταν γνωστός με το όνομα Μελισσηνός. Αυτός προσπάθησε και στην αρχή του πολέμου να έλθει σε επικοινωνία με τους Βενετσιάνους για να προκαλέσει μία επανάσταση στην Πελοπόννησο.  Ο Μακάριος συνεργάσθηκε και με ευγενείς της Μονεμβασίας αλλά και με άλλους, ένας των οποίων ήταν και ο μελλοντικός Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας  Γαβριήλ Σεβήρος. Αυτές οι συμφωνίες αποκαλύφθηκαν και ο Μελισσηνός κατάφερε να ξεφύγει χάριν της αποδεδειγμένης ευστροφίας του. Μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου όμως αναγκάστηκε να περάσει στη Μάνη με τον αδελφό του Θεόδωρο και να αναλάβει εκεί την αρχηγία του αγώνα.  Από τη Μάνη ο Μελισσηνός ξανάρχισε να στέλνει μηνύματα ζητώντας βοήθεια, και προς τους Βενετούς (Sebastiano Venier) και προς τους  Ισπανούς.  Έστειλε στην Κέρκυρα τον επίσκοπο της Μάνης και στο Παλέρμο τον αδελφό του Θεόδωρο. Τον Νοέμβριο του 1571 μετά από συνεχείς πιέσεις ο Φίλιππος ο Β’ ενέκρινε την κατασκευή στο Μιλάνο μιας ποσότητας όπλων, τα οποία θα έπρεπε να διανεμηθούν στους επαναστάτες της Πελοποννήσου. Στο τέλος του 1571 ο αρχηγός της Lega στέλνει στα Μάνη έναν ιδιαίτερο αντιπρόσωπο, τον Giovanni Stais από το Cerigo, αξιωματικό του πυροβολικού στην υπηρεσία των  Ισπανών, ο οποίος θα έπρεπε να ρυθμίσει με ακρίβεια μαζί με τα αδέλφια Μελισσηνούς, τα της συνεργασίας κατά το 1571 μεταξύ επαναστατών και συμμάχων. Οι Βενετοί όμως δυσαρεστήθηκαν με αυτές τις συχνές επαφές μεταξύ  Ελλήνων και  Ισπανών και με τις πρωτοβουλίες του Don Juan σε περιοχές που κάποτε ήταν κάτω από την δική τους επιρροή. Συνέλαβαν στην Κέρκυρα τον Stais και τον φυλάκισαν, δυσφήμισαν έναν ορθόδοξο επίσκοπο της περιοχής, ο οποίος ήταν ευνοϊκός στο πλησίασμα των  Ισπανών και προσπάθησαν να σιγουρέψουν τη φιλία του Μακαρίου Μελισσηνού, υποσχόμενοι την αποστολή του Nusio Siguros σαν επικεφαλής ενός μικρού στρατιωτικού αποσπάσματος.

Ο Δον Ζουάν αντέδρασε και ζήτησε την άμεση απελευθέρωση του απεσταλμένου του, ο οποίος τελικά αφέθηκε ελεύθερος – κάτω από στενή παρακολούθηση – να φθάσει στη Μάνη και να συναντηθεί με τους  Επαναστάτες. Σε μια μυστική συνάντηση στο Μοναστήρι του Τισκιάτα, στις 28 Φεβρουαρίου του 1572, οι επαναστάτες και ο Stais συμφώνησαν να ξεκινήσουν την εξέγερση, όταν ο συμμαχικός στόλος θα έφθανε στις νοτιοδυτικές ακτές της Πελοποννήσου.

Ο Δον Ζουάν έρχεται εκ νέου σε επικοινωνία με τους Μανιάτες αυτή τη φορά δια μέσου των αδελφών Μακαρίου και Θεοδώρου Μελισσηνού. Σε ένα γράμμα του προς τον Μακάριο δικαιολογείται για την μεγάλη καθυστέρηση του συμμαχικού στόλου και υπόσχεται ακόμη μια φορά ανακούφιση στους ξεσηκωμένους Έλληνες.  Ο Θεόδωρος Μελισσηνός επιστρέφει στην Κέρκυρα από όπου ακολουθεί τους δύο άλλους ναυάρχους, τον Colonna και  Foscarini  κατά την διάρκεια της καταβάσεως του στόλου προς το Νότιο  Ιόνιο.

Στις 31  Ιουλίου ο Μαρκαντώνιο Κολόνα στέλνει στους επαναστάτες δια μέσου του Θεοδώρου υποσχέσεις βοήθειας από αυτόν και τον Δον Ζουάν για την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Οι Μανιάτες ξαναπήραν κουράγιο και είχαν αρκετές επιτυχίες φυλακίζοντας Τούρκους και προκαλώντας σημαντικές απώλειες σ΄ αυτούς. Μα όταν είδαν ότι ο συμμαχικός στόλος απομακρυνόταν από τις ακτές τους χωρίς να αποβιβαστεί ούτε ένας στρατιώτης, ούτε να δοθούν όπλα και εφόδια, χάσανε το κουράγιο τους και απελπίστηκαν. Μάταια ο Μακάριος απηύθυνε στους χριστιανούς Ναυάρχους οι οποίοι στάθμευαν στο Ναυαρίνο, παρακλήσεις δια μέσου του αδελφού του Θεοδώρου.

Ο Δον Ζουάν περιορίσθηκε στο να υποσχεθεί για μια ακόμη φορά, βοήθεια για το ερχόμενο έτος, συμβουλεύοντας τους επαναστάτες να αποφεύγουν την ανάπτυξη του αγώνα για λόγους ασφαλείας. Είναι δε γνωστή η  μετέπειτα συμπεριφορά των συμμάχων.

Μετά από μια αποτυχημένη απόβαση 8.000 ανδρών στο Ναυαρίνο, την 4-5  Οκτωβρίου και μετά από μια παρέλαση του στόλου στα ανοιχτά της Μεθώνης (7-8 Οκτωβρίου) εγκατέλειψαν οριστικά την Πελοπόννησο και όσους ήλπιζαν στη βοήθειά τους.

Την ίδια τύχη των εξεγέρσεων της Νότιας  Ελλάδος είχαν και οι ανάλογες εξεγέρσεις στη Δυτική  Ελλάδα, στην πόλη του Αιτωλικού, όπου είχε αναλάβει την αρχηγία των επαναστατών ο Ζακυνθινός Angelo Salviati  και στην περιοχή Ζαβέρδα απέναντι από την  Αγία Μαύρα, όπου είχε σταλεί από τους Βενετούς ο Νικόλαος Ραπτόπουλος. Απογοητευμένοι μείνανε και οι επαναστάτες της Βορείου  Ηπείρου, όπου είχαν επαναστατήσει οι ευγενείς του  Αργυροκάστρου Μάνθος Παπαγιάννης και Πάνος Κεστόλικος Αυτοί οι ευγενείς συμφώνησαν με τον αρχιεπίσκοπο της   Αχρίδος  Ιωακείμ και με μερικούς επισκόπους της Δυτικής Μακεδονίας και της  Ηπείρου, σιγουρευτήκανε με υποσχέσεις του Δον Ζουάν, για μια ένοπλη υποστήριξη μα αναγκάστηκαν να σταματήσουν μετά το χάσιμο των ελπίδων τους.

Μαζί όμως με εκείνους που έλαβαν μέρος στις κινήσεις εναντίον των Τούρκων, ένα μεγάλο μέρος από αθώους υπέστη συνέπειες πληρώνοντας με το αίμα τους και με στρατιωτικές εξαναγκαστικές υπηρεσίες και με βαριές φορολογίες, τις Τουρκικές απώλειες στο Lepanto (Ναύπακτο) και την ανάγκη της αναδιοργανώσεως του στρατού και του στόλου των Τούρκων.

Ένα γράμμα σταλμένο στον Πάπα Πίο τον Ε’ στις 15 Μαρτίου 1572, από τον  Ορθόδοξο Μητροπολίτη της Πούλιας, Καλαβρίας και Σικελίας Τιμόθεο, μας δίδει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με αυτούς τους διωγμούς και γενικώς για την κατάσταση που ήλθε να δημιουργηθεί στην κάτω από οθωμανική κυριαρχία  Ελληνική γη, λίγους μήνες μετά από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Πρόκειται για ένα ελληνικό κείμενο εξαιρετικής σημασίας από πολλές πλευρές, που μας δίδει πληροφορίες σχετικά με τα σκληρά μέτρα τα οποία πάρθηκαν από τους Τούρκους εναντίον των υποδούλων  Ελλήνων μετά τη Ναυμαχία και σχετικά με τις ιδιαίτερες προσπάθειές τους να εξαλείψουν τις στρατιωτικές απώλειες ξανακατασκευάζοντας το στόλο και δημιουργώντας νέο στρατό:

» Αφού ο ελεήμων Κύριος μας έδωσε τη Νίκη στα χριστιανικά έθνη που κατανίκησαν την Τουρκική στρατιά, ο άπιστος έγινε ένα αχαλιναγώγητο κτήνος εναντίον των χριστιανών, οπουδήποτε και εάν βρίσκονταν στην Ανατολή, στη δική του κυριαρχία. Έστειλε απεσταλμένους… σε όλη την αυτοκρατορία του, για να μαζέψουν τα παιδιά των χριστιανών… και να τα κάνουν γενιτσάρους, για να αντισταθμίσουν τις απώλειες των γενιτσάρων… της στρατιάς…

Όσον αφορά τα πλοία που έχασε, κατασκευάζει στη θέση τους ακόμα 300 καινούργια που θα προστεθούν στα παλαιά που έμειναν.  Ελπίζει να τα έχει έτοιμα τον Μάιο και τα κατασκευάζει στη Μαύρη Θάλασσα για σιγουριά και γιατί εκεί υπάρχει πολύ ξύλο… Και ο μεγάλος Τούρκος (Σουλτάνος) έχει πολύ χρήμα και πολλές τροφές και πολλούς ειδικούς και άλλους εργάτες που μάζεψε από όλη την αυτοκρατορία. Τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά βιάζεται να δώσει μάχη για να εξαλείψει τη ντροπή. Κατέστρεψε τους χριστιανούς κάνοντάς τους Τούρκους και χρησιμοποιώντας τους για την κατασκευή του στόλου. Και εάν δεν γίνει ο πόλεμος αυτόν τον χρόνο, τον επόμενο θα έχει ακόμη 300 πλοία και έτσι θα έχει 600. Νύχτα και ημέρα δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά πλοία. Και κατά τη νύχτα δεν σταματούν οι εργάτες, δουλεύουν με λυχνάρια». Στη συνέχεια προτείνει ο Τιμόθεος στον Πάπα ένα σχέδιο δράσης και εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως.  Ένα μέρος του στόλου θα κτυπήσει την Πελοπόννησο, και αφού καταστρέψει τα οχυρά της, θα συνεχίσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη η οποία «έχει ασθενή τείχη που γρήγορα ξεπερνιούνται».  Από τη στεριά θα πρέπει να επιτεθούν ο στρατός του Μαξιμιλλιανού του Β’ στην Ουγγαρία, ο οποίος περνώντας τον Δούναβη, θα φθάσει και αυτός στην Κωνσταντινούπολη. Μια τρίτη επιχείρησης να αρχίσει από το Δυρράχιο όπου θα ξεσηκωθεί και θα βοηθήσει και ο  Αλβανικός λαός.  Άλλες αποβάσεις τέλος μπορούν να γίνουν στη Δυτική Πελοπόννησο και στη Μάνη.  Αφού έδωσε και άλλες στρατηγικές πληροφορίες που αφορούσαν την άμυνα των Τούρκων, ο Τιμόθεος προσφέρθηκε να πάει ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη (έγραφε από την Varsavia) για να μαζέψει και να στείλει στον Πάπα κι άλλες χρήσιμες ειδήσεις. Δεν είναι όμως σίγουρο εάν αυτό το γράμμα έφθασε στη Ρώμη πριν από τον Μάιο του 1572 και βρήκε τον Πιο Ε’ στη ζωή.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Τιμόθεος σε αυτό το σχέδιο δεν αναφέρει καθόλου τους Βενετούς. Δεν ξέρει κανείς εάν ο Τιμόθεος ήταν ήδη πληροφορημένος ή εάν διαισθάνθηκε ότι οι Βενετοί είχαν την πρόθεση να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης με τους Τούρκους, όπως και έγινε το 1573.

Είναι γεγονός ότι μετά την ανακοίνωση της Βένετο-Τουρκικής συμφωνίας οι  Έλληνες έπαψαν να απευθύνονται στους Βενετούς για την οργάνωση των αντιτουρκικών κινήσεων και απευθύνονται οριστικά στον Πάπα και κυρίως στους  Ισπανούς που με τη νίκη της Ναυπάκτου είχαν αποκτήσει τη φήμη μεγάλης στρατιωτικής δύναμης στον χώρο των Βαλκανίων.

Ιδιαίτερη έντασης προκλήθηκε εξαιτίας απομονώσεως των Βενετών στο χώρο της  Ηπείρου, χώρο ιδιαιτέρως δεμένο με τα Βενετικά συμφέροντα, καθώς και στα  Ιόνια Νησιά.  Όσοι είχαν λάβει μέρος στις αντιτουρκικές κινήσεις, πριν, κατά και μετά τη Ναυμαχία, εγκατέλειψαν τον αγώνα και άρχισαν να συνεργάζονται με τη Νάπολη.

Είναι γνωστή η περίπτωση του Πέτρου Λάντζα, διοικητού της Πάργας, ο οποίος προκάλεσε μετά το 1573 βαριά διπλωματικά προβλήματα μεταξύ Βενετών και  Ισπανών.  Ενδεικτική είναι και η συμπεριφορά των Χειμαριωτών που αντέδρασαν με βία για την παράδοση του οχυρού του Σοποτού στους Τούρκους, παράδοση προβλεπόμενη από τη συμφωνία του 1573. Οι Χειμαριώτες θεωρούσαν την κατάκτηση του Σοποτού σχεδόν κατόρθωμα δικό τους, και καταλαβαίνανε ότι εάν παραδινόταν αυτό το οχυρό θα γινόταν Τουρκική στρατιωτική βάση που θα απειλούσε την αυτονομία τους.  Έτσι αμέσως μετά τη Βένετο-Τουρκική συνθήκη, άρχισαν ένα νέο ξεσηκωμό, αυτή τη φορά με τη βοήθεια των  Ισπανών και έχοντας σαν αντιπάλους όχι μόνο τους Τούρκους μα και τους Βενετούς.

Δημιουργήθηκε λοιπόν στην  Ελληνική χερσόνησο μια νέα κατάστασης που είχε αντίκτυπο και στις σχέσεις μεταξύ  Ισπανών και Βενετίας. Το Lepanto (Ναύπακτος) έδωσε ζωή στις ελπίδες και δημιούργησε ένα κατάλληλο κλίμα για μια νέα σειρά επαναστατικών πράξεων εναντίον των Τούρκων με την υποστήριξη των  Ισπανών.

             Η  Ηχώ της Νίκης της Ναυμαχίας δεν σβήστηκε εύκολα στους σκλάβους  Έλληνες που συνέχισαν να αγωνίζονται μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα για να επιτύχουν μια χριστιανική βοήθεια, αναφέροντας πάντοτε εκείνη την ένδοξη ημέρα, την ημέρα της νίκης, όπως την καθόριζαν στα μηνύματά τους, προς τους  Ισπανούς και προς τον Πάπα, μιαν ημέρα στην οποία οι  Έλληνες προσέφεραν μια συμβολή όχι μικρή».

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν σαφώς την άποψη μας, ότι οι  Δυτικοευρωπαίοι χριστιανοί μετά την μεγάλη νίκη επέστρεψαν  θριαμβευτές στη Δύση, έχοντας την ιδέα ότι απετέλεσαν πλήρως το  καθήκον τους. Τα σύνορα της Ευρώπης που έπρεπε να διασφαλίσουν,  βρίσκονταν γι  αυτούς στο  Ιόνιο και στην  Αδριατική. Από την ξηρά δεν φαινόταν  πλέον απειλητική η Τουρκία, στη θάλασσα είχε πάθει ολοκληρωτική  καταστροφή, ποιος λόγος υπήρχε λοιπόν, να συνεχίσουν έναν δύσκολο αλλά  και ασύμφορο οικονομικά πόλεμο, αμέσως μετά την Ναυμαχία του 1571;

Βεβαίως πρέπει να παραδεχθούμε πως υπήρχαν και  πραγματικές δυσκολίες: Πολλοί τραυματίες, πλοία που είχαν πολλές  ζημιές, έλλειψης σε εφόδια, κ.λ.π., μεταξύ των οποίων το κυριότερο ήταν  οι διαφωνίες: » Ο Δον Χουάν επιθυμούσε να αναλάβει κάποια  επιχείρηση, που, δίχως να αναγκαστεί να μακρύνει την παραμονή του  σ΄ εκείνες τις θάλασσες, θα αρκούσε για να φοβίσει τους εχθρούς,  δίνοντάς τους να καταλάβουν, πως δεν είχε ευχαριστηθεί με τον  θρίαμβο που είχε πετύχει, αλλά ότι είχε διάθεση για μεγαλύτερες  δάφνες στο μέλλον.  Όταν έφερε το θέμα στο συμβούλιό του, δε  στάθηκε δυνατόν να πετύχει κάποια συμφωνία. Γιατί ενώ μερικοί,  στηριζόμενοι στο γεγονός πως ο χειμώνας ήταν κοντά και τους  έλειπαν στρατός και εφόδια, και πρόβαλαν διάφορα εμπόδια, είχαν  τη γνώμη πως έπρεπε να ξεχειμωνιάσουν καθένας στο λιμάνι του και  να αποφύγουν κάθε επιχείρηση, ως την ερχόμενη άνοιξη, άλλοι  ήθελαν να προχωρήσουν ως το κανάλι της Κωνσταντινούπολης  στηρίζοντας τις ελπίδες τους στην καλή τύχη των όπλων τους και  τον τρόμο που είχαν εμφυσήσει στους Τούρκους. Οι  Ενετοί, με αδέξια  καλυμμένη απληστία, συνιστούσαν μια αποστολή στις ακτές του  Μορέα και της  Αλβανίας, που είχαν αρχίσει έναν ξεσηκωμό και τους  τον καταπνίξανε στη γέννησή του.  Αλλά ο Δον Χουάν προτιμούσε  την εκπόρθηση των κάστρων που φύλαγαν τον κόλπο της  Ναυπάκτου».

Όταν τελικά απεφάσισαν τον επόμενο χρόνο  να συνεχίσουν τον πόλεμο κατά των Τούρκων, ήταν ήδη αργά. Οι Τούρκοι είχαν φτιάξει πάλι το στόλο τους. Και βεβαίως  μπορεί πλέον να μην είχαν τη δύναμη να απειλήσουν τη Δύση, όμως απέδειξαν ότι η  Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ακόμη  αρκετά ισχυρή.  Έτσι έμειναν απραγματοποίητες οι υποσχέσεις του Δον Ζουάν προς τους  Έλληνες, τις οποίες διετύπωνε σε γράμμα του προς τον  Επίσκοπο  Επιδαύρου Μακάριο:  «Πανιερώτατε εν Χριστώ πατήρ, ευλαβείς χριστιανοί, πνευματικοί και τιμιότατοι λαοί της επαρχίας της Πελοποννήσου, της  Ηπείρου και των περιχώρων αυτής…Να ξέρετε, άλλο δεν έλειψε δια να σας αναπαύσω ει μη μόνον η άργητα της αρμάδας δια να έρθω και σας συνδράμω, και σας ελευθερώσω, και σας μεταφέρω εις ελευθερίαν».

Η Νίκη της Ναυπάκτου – Θαύμα της Παναγίας

Η νίκη, στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου, δεν αποκτήθηκε εύκολα  από τους χριστιανούς. Δεν υπήρξε εύκολη η επιτυχία. Οι ενωμένοι  χριστιανοί της Ευρώπης πολέμησαν με ανδρεία, με ηρωισμό, με  τέχνη, με θάρρος και τόλμη και κέρδισαν ύστερα από σκληρότατο  αγώνα τη ναυμαχία, όχι τόσο χάρη στις δικές τους δυνάμεις, αλλά  κυρίως χάρις στην χριστιανική τους  πίστη. Οι Χριστιανοί της Ευρώπης υπερίσχυσαν στη σκληρή αναμέτρηση με τον αήττητο μέχρι τότε και  αλαζόνα εχθρό, χάρις στη δύναμη και τη βοήθεια του Θεού, την οποία  ζήτησαν πριν τη ναυμαχία, γνωρίζοντας ότι δεν αρκούν τα πλοία και τα όπλα για να κατορθώσουν τη νίκη. Είχαν άλλωστε γνωρίσει την αποτυχία του 1538, όταν ο ισχυρός συμμαχικός στόλος έχασε στην Πρέβεζα τη νίκη από τον έμπειρο και ικανό Μπαρμπαρόσα.

Κάποιοι συμπεραίνουν την νίκη ως αποτέλεσμα υπεροπλίας  των χριστιανών και καλύτερης καταστάσεως του στόλου τους. Συγκρίνοντας βλέπουν ότι υπερτερούσαν οι χριστιανοί:

» Η ξακουστή αυτή νίκη της ενωμένης χριστιανικής αρμάδας  κατά των  Οθωμανών Τούρκων και των συμμάχων τους, αξιολογείται  ποικιλοτρόπως από τους ιστορικούς των δύο πλευρών. Το πεζικό των  Χριστιανών, ιδίως οι ιππότες, με θώρακες και κράνη, ήταν σχεδόν  απόσβλητοι από τα βέλη των Τούρκων. Οι περισσότεροι πολεμιστές  χειρίζονταν αρκεβούζια ή μακριές σπάθες από το Τολέδο και τη  Βενετία και αιχμηρές αλεβάρδες.  Όλοι τους, όμως, πολεμούσαν  προστατευμένοι πίσω από τεράστιες ασπίδες. Οι Τούρκοι γενικώς  ήταν ακάλυπτοι και οι επιθέσεις τους γίνονταν με λιγοστά  αρκεβούζια, οι δε γενίτσαροι, τα εκλεκτά και έμπειρα τμήματα των  Μωαμεθανών, χρησιμοποιούσαν τόξα το βεληνεκές των οποίων έφθανε σε λίγες δεκάδες  μέτρα. Είχαν και φονικά γιαταγάνια και βαριές σπάθες και κοντάρια.   Ο ισλαμικός στόλος, όμως, διέθετε πεπειραμένα πληρώματα και  πολεμιστές εμπειροπόλεμους, χρόνια εξασκούμενους σε αδιάκοπες  κατακτητικές μάχες και κουρσάρικες επιδρομές. Οι μάχιμοι, που  επέβαιναν στα χριστιανικά καράβια, ήταν πολυπληθέστεροι από  εκείνους των αντιπάλων. Και η αναμφισβήτητη υπεροχή της  χριστιανικής παρατάξεως ήταν πραγματικά οι βενετσιάνικες  γαλεάσες.  Αν και βραδυκίνητες, δεν έπαυαν να είναι πραγματικά κάστρα, εφοδιασμένα με τεράστιο οπλισμό και μόνο η εμφάνιση τους, αρκούσε  για να τρέψει σε άτακτη φυγή κάθε εχθρικό πλεούμενο. Και κάτι άλλο  που επισημάναμε στην αρχή. Οι Χριστιανοί λαμναδόροι ήταν  εφοδιασμένοι με τσεκούρια, ρόπαλα και άλλα επιθετικά όπλα. Και  μόλις μια εχθρική γαλέρα γαντζωνόταν σε μια χριστιανική και έκανε  ρεσάλτο, παρατούσαν τα κουπιά και πολεμούσαν μαζί με τους στρατιώτες, προξενώντας στους εχθρούς μεγάλες ζημιές».

Ο Γ.  Αθανασιάδης-Νόβας παρατηρεί : » Δοσμένο είναι ότι ο Τουρκικός στόλος ήταν ισχυρότερος του Χριστιανικού σε αριθμό πλοίων και πληρωμάτων.  Ο Χριστιανικός όμως υπερείχε σε δύναμη πυρός. Και γενικά πιο συγχρονισμένο είχε  οπλισμό. Οι Τούρκοι ήταν ακάλυπτοι. Οι χριστιανοί θωρακοφορεμένοι… «.

Όμως η αλήθεια είναι ότι η νίκη προήλθε από τον Ουρανό.  Όχι,  μόνο, γιατί  εκ των υστέρων αποδόθηκε από τον Πάπα και τους  χριστιανούς της Δύσεως η νίκη στην Παναγία, αλλά και πριν να υπάρξει η ναυμαχία, οι ελπίδες των χριστιανών της Δύσεως και της   Ανατολής στράφηκαν προς τον Θεό.  Ο αρχιναύαρχος Δον Ζουάν d’ Austria,  που εξέλεξε και τοποθέτησε η Συμμαχία στην θέση του αρχιστρατήγου, είχε την ταπείνωση να  καλέσει σ΄ αυτή τη μεγαλειώδη ναυμαχία σε βοήθεια τον Χριστό. Με  το σύμβολο του Σταυρού υψωμένο στο κατάρτι του πλοίου του  τόλμησε τη γιγαντομαχία ελπίζοντας πιο πολύ στη δύναμη του Χριστού και στη βοήθεια της Παναγίας και λιγότερο στις δυνάμεις του.

Είναι σημαντικό πιστεύουμε και αξίζει να αναφερθούμε στη  συγκινητική πρωτοβουλία του  Αρχιναυάρχου Δον Ζουάν, όταν  αντίκρισε τον Τουρκικό στόλο:  «Την αυγή της 7ης  Οκτωβρίου του 1571, οι πρώτες  ανιχνευτικές γαλέρες των δύο εχθρικών παρατάξεων, επεσήμαναν  η  μια την άλλη. Μόλις ειδοποιήθηκε ο αρχιναύαρχος της χριστιανικής  αρμάδας, διέταξε τους πάντες να τεθούν σε τάξη μάχης. Μαζί με τη  διαταγή προειδοποιούσε με μια κανονιά όλη την  Ιερή Συμμαχία, πως η  ώρα είχε φθάσει. Και αμέσως επιβιβάστηκε μαζί με το γραμματέα του  Χουάν ντε Σότο, σε μια ταχύτατη φρεγάτα και με το Σταυρό στο χέρι  πέρασε από τις πρύμες των καραβιών για να εμψυχώσει τους  στρατιώτες, τα πληρώματα και τους λαμναδόρους με φλογερά λόγια  ανεμίζοντας το σύμβολο της χριστιανοσύνης.

Ο γραμματέας του μοίρασε σκαπουλάρια (φυλαχτά), μεντάγιες (μεταλλικές εικονίτσες) και ροζάρια (κομποσχοίνια με χάντρες, για προσευχή στην Παναγία με το γνωστό «άβε Μαρία») ευλογημένα από τον Πάπα…  Αφού επέστρεψε στο πόστο του, ξεδίπλωσε τη μεγάλη σημαία που  του είχε δωρίσει ο Πάπας, στην οποία ήταν ζωγραφισμένος ο   Εσταυρωμένος, σύμβολο της  Ιερής Συμμαχίας και  σταυροκοπούμενος την ύψωσε στο πρυμιό άλμπουρο να κυματίζει».  Ακόμη μαθαίνουμε ότι «Οι  Εκκλησιαστικοί παραστάτες των  καραβιών, Ιησουΐτες, Φραγκισκανοί, Καπουτσίνοι, Δομινικανοί, με ακράτητο ενθουσιασμό, ευλογούσαν τα πληρώματα, συγχωρούσαν τις αμαρτίες, προκειμένου να πολεμήσουν για το Χριστό και την πίστη τους».

Δε θα πρέπει δε να ξεχνάμε και κάτι που μαρτυρείτε για το πως ξεκίνησε ο χριστιανικός στόλος από τη Μεσσήνη: «και όλοι οι  χριστιανοί εξομολογήθηκαν και μετάλαβαν τα άχραντα μυστήρια  και εκίνησαν να έλθουν δια την αρμάδα την τούρκικη…».

Όμως, την θέση ότι ο Δον Ζουάν νίκησε με την χριστιανική του πίστη τους Τούρκους, ομολογεί και ο ιππότης GUARNELLO σε ποίημά του, αφιερωμένο στον Δον Δον Ζουάν:

« Δεν άλλαξες καθόλου τη θαρραλέα στάση Σου,

βλέποντας αναρίθμητα όπλα και πλοία

και ευνοϊκούς για κείνον ανέμους.

Αντίθετα αψηφώντας τις τόσες δυνάμεις

και τη μεγάλη του τόλμη, ξεκίνησες.

οπλισμένος περισσότερο με πίστη παρά με όπλα,

σα να Σε ωθούσε ο Θεός:

Σα φλογερή λάμψη και αστραπή νίκησες,

βύθισες, έκαψες και κατέστρεψες

την αμαρτωλή συνοδεία του.

Το ίδιο είχε συμβεί και με το σκληρό λαό του Φαραώ».

Όλα αυτά δείχνουν ότι η σταυροφορία της Δύσεως του 1571,  στην οποία συμμετείχαν  και  Έλληνες χριστιανοί της  Ανατολής, και έγινε για να αμυνθούν οι  χριστιανοί της Ευρώπης απέναντι στους Μουσουλμάνους Τούρκους, μια σταυροφορία χωρίς κατακτητικούς σκοπούς, είχε τις σωστότερες προϋποθέσεις να επιτύχει. Δεν πέτυχε μόνο, επειδή  είχε καλή προετοιμασία, ή επειδή είχε ισχυρότερο πυροβολικό από τους  Τούρκους, ή επειδή οι στρατιώτες είχαν καλύτερα όπλα, αλλά κυρίως  επειδή αγωνίσθηκαν οι χριστιανοί με την πίστη και την ελπίδα στον  Χριστό και ικετεύοντας την Παναγία.

Αν τελικά ο Θεός, στη ναυμαχία αυτή τάχθηκε με το μέρος των  χριστιανών, ήταν γιατί τον κάλεσαν με την καρδιά τους σε βοήθεια.  Είχαν απελπιστεί από τις δικές τους προσπάθειες και αποτυχίες.  Αν  η Παναγία έκανε το θαύμα της, ήταν γιατί την ικέτευαν με το ροζάριο  στο χέρι να τους σκεπάσει και να τους προστατέψει. Προσεύχονταν όλοι.  Από τον Πάπα  στη Ρώμη μέχρι  και τον τελευταίο χριστιανό κωπηλάτη.  Έτσι ήλθε το  νικηφόρο αποτέλεσμα:

«Εις τας τρεις ώρας της ημέρας έσμιξαν οι αρμάδες οι δύο και  εδόθη ο πόλεμος ο θαυμαστός και ο μέγας. Και η δύναμις του  αυθεντός του Κυρίου ημών  Ιησού Χριστού και Θεού και η πρεσβεία της Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων ενίκησαν οι  Χριστιανοί…».  Ο Πάπας Πίος ο Ε’, ο εμπνευστής και πρωτεργάτης  της Santa Lega, εκείνος που αγωνίσθηκε να υπάρξει  ενότητα στις  χριστιανικές δυνάμεις της Δύσεως, λένε ότι πληροφορήθηκε για την  έκβαση της ναυμαχίας με όραμα:  « Η παράδοση αναφέρει πως ο Πάπας Πίος ο Ε’, το  απομεσήμερο της 7ης  Οκτωβρίου του 1571, στη Ρώμη, κοιτάζοντας  από το παράθυρο και ατενίζοντας τον ορίζοντα σταυροκοπήθηκε  ευλαβικά και είπε γύρω του:«Πάμε να ευχαριστήσουμε τον Θεό, για  τη μεγάλη νίκη του συμμαχικού χριστιανικού στόλου…».

Επίσης είναι σημαντικό να προσέξουμε τα λόγια με τα οποία υποδέχθηκε το δημιουργό της νίκης Δον Ζουάν, όταν εκείνος έφθασε  στη Ρώμη και τον υποδεχόταν θριαμβευτή στον  Άγιο Πέτρο: « Εγένετο άνθρωπος απεσταλμένος παρά Θεού, όνομα αυτώ   Ιωάννης…»( Ιω. 1,6). Αυτά τα λόγια δείχνουν, ότι ο Πάπας πίστευε γιά τον  Ιωάννη, ότι έγινε εύχρηστο όργανο στα χέρια του Θεού για να δώση δι΄ αυτού τη νίκη στους χριστιανούς.  Ήταν εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος,  τον οποίο έστειλε ο Θεός, για να σώσει την Ευρώπη, όπως πίστευαν ο Πάπας  και οι χριστιανοί της Δυτικής Ευρώπης.

Όμως, δεν ήταν μόνο ο Πάπας και ο Δον Ζουάν της Αυστρίας, που επικαλέσθηκαν την βοήθεια του Θεού και απέδωσαν  τη νίκη στην Παναγία. Δεν ήταν μόνο οι Δυτικοί  Χριστιανοί που προσεύχονταν για τη νίκη. Στο συμμαχικό στόλο υπήρχαν και πλήθος από  Έλληνες  Ορθοδόξους που προσεύχονταν στην Παναγία με το δικό τους ορθόδοξο τρόπο. Μπορεί να  μην κρατούσαν ροζάρια καθολικά στα χέρια τους, μπορεί να μην  πήραν φυλαχτά που μοίραζαν οι δυτικοί,  όμως ζήτησαν κι αυτοί με πίστι  και  ίσως με δάκρυα, βοήθεια  από την Παναγία.

Οι  Ορθόδοξοι  Έλληνες των  Επτανήσων με τα δικά τους  καράβια και πληρώματα, συμμετέχοντας στο συμμαχικό στόλο, δεν  ξέρουμε πως ετοιμάστηκαν για τη ναυμαχία. Δεν ξέρουμε αν στα  καράβια τους ήταν ορθόδοξοι  Ιερείς και Μοναχοί, αν τελούσαν  τη θεία λειτουργία ή την παράκλησι. Δεν ξέρουμε αν στα χέρια τους κρατούσαν εικόνες ορθόδοξες ή κομποσχοίνια, σίγουρα όμως, με την πασίγνωστη και φημισμένη ευλάβεια και πίστι τους, σιγοψιθύριζαν: «Παναγιά μου βοήθα». Κι όχι μόνο στην Παναγία,  αλλά και στους  Αγίους, όσους αγαπούσαν ιδιαίτερα και τιμούσαν στον τόπο τους.  Αξίζει να αναφερθεί ότι και σε πλοία τους είχαν δώσει το όνομα «Παναγία», όπως π. χ ο Νικόλαος Μονδίνος στο ιδιόκτητο πλοίο του.

Η πίστης και η ελπίδα  των  Επτανησίων στη βοήθεια της Παναγίας,  φαίνεται και από εικόνες της Παναγίας σε σχέση με τη Ναυμαχία, όπως π. χ. η Εικόνα της Ζακύνθου, «Παναγία η  Ελπίς».  Η εικόνα αυτή ήταν  μια θαυμάσια παράστασης της Ναυμαχίας, στην οποία  εικονιζόταν η Παναγία. Το έργο χάθηκε στο σεισμό και την πυρκαϊά του 1953. Γι  αυτήν πληροφορούμαστε από τον Ακαδημαϊκό Μ. Χατζηδάκη ότι, αν και φέρει την υπογραφή του  μεταβυζαντινού ζωγράφου «Ρωμανού του Κρητός», ήταν έργο του Γ. Κλόντζα. Μάλιστα αποτελεί ένα «από τα πιο αξιόλογα ανάμεσα στα εκατό τόσα έργα που έχουν σωθεί με την υπογραφή του ή με την τέχνη του ζωγράφου». Κατά τον Ντίνο Κονόμο, « Η εικόνα, διαστάσεων 1,30 Χ 1,20 μ. , είχε την υπογραφή «χειρ Ρωμανού του Κρητός»  και χωριζόταν σε δύο τμήματα. Στο κέντρο του πάνω μέρους εικονιζόταν η Θεοτόκος, με την επιγραφή «Μήτηρ Θεού η Ελπίς», καθισμένη  σε σύννεφα, βαστάζοντας τον Σωτήρα, ο οποίος με το ένα χέρι ευλογούσε και με το άλλο κρατούσε κλαδί δάφνης. Δεξιά της Θεοτόκου εικονιζόταν η βασίλισσα  Αγία  Ιουστίνα και ο  Άγιος Σπυρίδων και αριστερά η Αγία Πελαγία με μοναχικό ένδυμα,  και ο  Άγιος  Ελευθέριος. Την ημέρα της ναυμαχίας (7  Οκτωβρίου 1571) γιόρταζε η Ιουστίνα και την επομένη, των επινικίων ήταν της μνήμης της  Αγίας Πελαγίας. Ο Άγιος Σπυρίδων εμφανίζεται ως προστάτης των  Επτανησίων και ο  Άγιος  Ελευθέριος συμβόλιζε την ελευθερία, που την εξασφάλισε στους χριστιανούς η κοσμοϊστορική εκείνη ναυμαχία. Γύρω και κάτω από τα πόδια της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας, που αποτελεί και την «ψυχή» του πίνακα, έβγαιναν από τα σύννεφα  Άγγελοι, που δέονταν ή κρατούσαν ξίφη  κι έριχναν ακόντια. Το πάνω τμήμα έπιανε σχεδόν το μισό πίνακα. Στο κάτω μέρος ήταν ζωγραφισμένη η ναυμαχία των δύο αντιπάλων στόλων.  Ο χριστιανικός συμμαχικός στόλος πολεμούσε σημαιοστόλιστος.  Άλλα πλοία ήταν κοντινότερα  κι άλλα μακρύτερα, σε μεγάλη απόσταση, γεμάτα όλα με αγωνιζόμενους πολεμιστές.  Από τα εχθρικά πλοία μερικά ήταν βυθισμένα και οι ναύτες τους απεγνωσμένα πάλευαν να γλιτώσουν κολυμπώντας, ενώ άλλα είχαν πιάσει φωτιά και προσπαθούσαν μάταια να ξεφύγουν».

Επίσης  πρέπει να αναφερθεί ότι στην Κεφαλονιά  κτίσθηκε,  μετά τη Ναυμαχία, Ναός αφιερωμένος στην «Παναγία της Νίκης».  Στο Ναό δε της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Σάμης σώζεται εικόνα της Παναγίας που φέρει λατινική αφιερωματική  επιγραφή  και έχει σχέση με τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Η πίστης, ότι η νίκη ήταν θαύμα της Παναγίας φαίνεται και από εικόνες και παραστάσεις της Δύσεως.  Αξίζει να αναφερθούν τα εξής παραδείγματα:

Πολύ ενδιαφέρουσα και χαρακτηριστική είναι η παράσταση της Πρεγκασόνας του Τεσσίνου η οποία χρονολογείται το 1603: «….στη μικρή εκκλησία, υπάρχει μια ωραία νωπογραφία της ναυμαχίας.. Στη θάλασσα πλέουν δώθε-κείθε κομμένα πόδια και χέρια. Αρκομπουζιέροι και γενίτσαροι αλληλοπυροβολούνται όρθιοι πάνω στις κουβέρτες των αντικριστών τους καραβιών ενώ πάνω από τα κεφάλια τους ανεμίζουνε οι παντιέρες τους κι ακόμα ψηλότερα, στην ουράνια του αλ φρέσκου, η Βρεφοκρατούσα Παναγία δίνει σ΄ ένα αγγελάκι βόμβες για να τις πετάξει  στα καράβια του άπιστου σουλτάνου!  Ένα τέτοιο μικρούλι θανατηφόρο βλήμα κρατάει στο χεράκι του και το Θείο Βρέφος».

Ακόμη αξίζει να αναφερθούν  δύο παραστάσεις  με την Παναγία και τη Ναυμαχία σε  Ελβετικές  Εκκλησίες (Άγιος Βικέντιος του Lugnez και Σάντα Μαρία Άσσουντα του Καλάκανταλ), στις οποίες η Παναγία, ο Χριστός και οι  Άγγελοι κρατούν ροζάρια στα χέρια τους.

Ασφαλώς, δεν ξέρουμε αν μπροστά σε κάποιο εικονοστάσι  στα ελληνικά πλοία, μπροστά σε κάποιο αχνό φως καντηλιού το  τελευταίο βράδυ πριν τη ναυμαχία, κάποιοι  Έλληνες διάβαζαν την παράκληση ή τους χαιρετισμούς στην Παναγία…   Όμως, γνωρίζουμε με σιγουριά, ότι όλοι ήξεραν στο χριστιανικό  στόλο το μέρος, που θα πήγαιναν να βρουν τον Τουρκικό στόλο.  Ήξεραν ότι έπλεαν για τη Ναύπακτο. Κι ανάμεσα στους  Έλληνες  σίγουρα θα ήταν και κάποιοι Ναυπάκτιοι.

Και οι Ναυπάκτιοι και όλοι οι  Έλληνες, γιατί όχι και πολλοί από τους ξένους, γνώριζαν την πασίγνωστη θαυματουργό εικόνα της  Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης που είχε από αιώνες θησαυρό και  φύλακα η Ναύπακτος. Και οι  Έλληνες και οι Δυτικοί χριστιανοί που γνώριζαν για την Παναγία της Ναυπάκτου, αυτήν προφανώς  επικαλέσθηκαν μόλις, στο δρόμο για τη Ναύπακτο αντίκρισαν τον  Τουρκικό στόλο. Αλλά και οι άλλοι  Έλληνες, οι χιλιάδες  Έλληνες  που περίμεναν με τον Τουρκικό στόλο μέρες στη Ναύπακτο μέχρι τη  ναυμαχία, πόσες προσευχές δεν θα κάνανε στην Παναγία τη  Ναυπακτιώτισσα με δάκρυα; Οι χιλιάδες  Έλληνες σκλάβοι, χιλιάδες  φορές θα παρεκάλεσαν την Παναγία της Ναυπάκτου να επέμβει  εκείνη θαυματουργικά και να δώσει ώστε να βρουν τη λευτεριά. Και η Παναγία της Ναυπάκτου, – η Παναγία η Ναυπακτιώτισσα, που επεκαλούντο οι  Έλληνες, η Madonna di Lepanto, ή Madonna del Rossario, που επεκαλούντο οι Δυτικοί  με το  Rossario – ίσως να άκουσε πιο πολύ τις  προσευχές των χιλιάδων  Ελλήνων σκλάβων των πεινασμένων  και εξαθλιωμένων, των αλυσοδεμένων ανθρώπων, με την ελεύθερη  ψυχή…

Μπορεί το θαύμα της νίκης να έγινε και με τις προσευχές των  Δυτικών, που με πίστη και αγωνία προσεύχονταν στην Παναγία της  Ναυπάκτου. Ποιος ξέρει;  Αλλά εμείς οι  Ορθόδοξοι   Έλληνες ήμασταν  συνηθισμένοι από θαύματα της Παναγίας, που μας έκαναν να την ονομάσουμε αιώνες πριν, «Υπέρμαχο στρατηγό». Σ’αυτήν κατέφευγαν οι υπόδουλοι με ελπίδα.

Μπορεί ακόμα το θαύμα να έγινε, γιατί ίσως όταν μαζεύτηκαν οι στόλοι στη Ναύπακτο και στο  Ιόνιο κι έφθασαν οι ειδήσεις για την  επικείμενη σύγκρουση, κάποιοι Μοναχοί στα Μοναστήρια της Στερεάς  και της Πελοποννήσου να προσεύχονταν, κάποιοι παπάδες  ορθόδοξοι να έκαναν λειτουργίες και παρακλήσεις. Μπορεί  ίσως το  θαύμα να το πέτυχε κάποια τραγική μάνα που τα παιδιά της όλα τα  πήραν οι Τούρκοι για σκλάβους κωπηλάτες, κι αυτή μπροστά στην εικόνα της Παναγίας να προσευχόταν με καυτά δάκρυα…

Μόνο ο Θεός ξέρει γιατί έγινε αυτό το θαύμα στη Ναυμαχία της  Ναυπάκτου. Ένα είναι σίγουρο. Πως το θαύμα  ομολογήθηκε σ’Ανατολή και Δύση, σε όλη την Ευρώπη. Και ήταν θαύμα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης. Ο π. Ειρηναίος λέγει σχετικά:

«Στην Ευρώπη η Παναγία της Ναυπάκτου τιμήθηκε πολύ αφού όλοι οι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί ηγέτες, αλλά και σύσσωμος ο πιστός λαός απέδωσαν τη νίκη των Χριστιανών στην βοήθεια της Παναγίας της Ναυπάκτου. Παντού έγιναν δοξολογίες και ο Πάπας Πίος ο Ε’, όρισε την 7η  Οκτωβρίου ημέρα εορτής της Παναγίας της Ναυπάκτου (Madonna di Lepanto), για ολόκληρη τη χριστιανική Δύση. Διέταξε μάλιστα και την ανέγερση ναού στο όνομα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, ενώ στη Βενετία ιδρύθηκε παρεκκλήσιο, στο οποίο εικονίσθηκε η νίκη του Χριστιανικού στόλου.  Η Παναγία  της Ναυπάκτου στη Δύση  ονομάσθηκε «Santa Maria del Rossario»ή «Madonna di Lepanto del Rossario». Το ροζάριο ή ροδάριο είναι παρόμοιο με το  Ορθόδοξο κομποσχοίνι …». Οι Ευρωπαίοι χριστιανοί προσευχήθηκαν ιδιαίτερα κατ εντολή του  Πάπα πριν τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου προς την Παναγία, με το Ροζάριο. Γι’αυτό και εκ των υστέρων αποδόθηκε η νίκη στην «Παναγία του Ροζαρίου» που ταυτίσθηκε με την «Παναγία της Ναυπάκτου» και εορτάζεται στις 7  Οκτωβρίου.

Ακόμη ο π.Ειρηναίος αναφέρει:«Η κοσμοβόητη ναυμαχία της Ναυπάκτου ενέπνευσε πλήθος ζωγράφων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και μερικοί μεγάλοι καλλιτέχνες του 16ου και 17ου αι. (Τισιανός, Βιτσεντίνο, Θεοτοκόπουλος κ.λ.π.). Σε πολλά Μουσεία, Μοναστήρια και Δημόσια κτήρια της Δύσεως υπάρχουν υπερμεγέθεις ζωγραφικοί πίνακες, που παρουσιάζουν τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου και την Παναγία να ευλογεί και να παρέχει στους χριστιανούς τη νίκη  κατά των  Οθωμανών.

Αλλά και πολλοί Δυτικοί συγγραφείς και λογοτέχνες έγραψαν τιμητικά λόγια  και εξήραν την βοήθεια της Παναγίας.  Ο Mondoui (Piemonte)Mons. Giuseppe Chilardi μεταξύ των άλλων έγραψε για το θρίαμβο των Χριστιανών στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ότι όχι η ανδρεία, ούτε τα όπλα, ούτε οι ηγέτες, αλλά η Παναγία έδωσε τη νίκη. Το ίδιο έγραψε και η  Ενετική Δημοκρατία στο  PALLAZO DUCALE: «Non virtus, non arma, non duces, sed Maria Rosarii vit ores nos feces».

Στην  επίσημη έκθεση της  Επισκοπής Wurzurg, με τίτλο «Παναγία βοήθησε», αναφέρονται τα  εξής: «Μετά τη νίκη των Χριστιανών στο Lepanto το 1571 εναντίον των Τούρκων, που απεδόθη στην Παναγία…η επίκλησης «Παναγία βοήθησε» είχε γενικώς εξαπλωθεί και έγινε γνωστή».

Στην ίδια έκθεση περιγράφεται ένας ζωγραφικός πίνακας, με θέμα την ναυμαχία της Ναυπάκτου, με τα εξής λόγια: «Πάνω από τα πλοία που συγκρούονται βρίσκεται πίσω από ένα σύννεφο η Παναγία με περικεφαλαία (κράνος) και ποιμαντορική ράβδο, συνοδευομένη από τέσσερις Αγγέλους που με τόξα και βέλη βάλλουν κατά του Τουρκικού στόλου. Από κάτω είναι γραμμένο : Για σένα μάχεται όλος ο ουρανός». Το πανί του μπροστινού πλοίου (Χριστιανικού), φέρει την επιγραφή ΠΑΝΑΓΙΑ»

 Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου και η Ευρώπη 

Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου αναγνωρίσθηκε στη Δύση ως ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα της παγκοσμίου ιστορίας. Ο Χάμμερ την χαρακτηρίζει «την μεγαλύτερα ναυμαχία που συγκροτήθηκε μετά την προ 16 αιώνων στο ίδιο μέρος και αποφάσισε μεταξύ Αυγούστου και  Αντωνίου περί της κυριαρχίας του κόσμου».  Και ο Ναύαρχος Ζουριέν ντε λα Γκραβιέρ λέγει:«Η τύχη του κόσμου τρεις φορές εξαρτήθηκε από την έκβαση μιας τεράστιας ναυτικής συρράξεως: Σαλαμίς, Άκτιο, Ναύπακτος». Κατά το Βολταίρο, «Ποτέ μετά τη  Ναυμαχία του  Ακτίου, οι θάλασσες της  Ελλάδος δεν είχαν δει στόλο  τόσο πολυάριθμο, ούτε ναυμαχία τόσο αξιομνημόνευτη». Ο δε G.Gilardi έγραφε: «αποσόβησε να απορροφηθούν η  Ιταλία και η  Ευρώπη ολόκληρη από την  Οθωμανική δύναμη και να συρθούν στην  πιο οικτρή και σκληρή βαρβαρότητα».

Οι Δυτικοί είδαν τη νίκη της ναυμαχίας σαν σωτηρία της  Ευρώπης από την Τουρκική απειλή.  Ο Γκραβιέρ πάλι παρατηρεί: «Οι  Τούρκοι δεν ανέλαβαν ποτέ από αυτή τη μεγάλη καταστροφή. Η  Ναυμαχία της Ναυπάκτου τους αφαίρεσε για πάντα το κράτος των  θαλασσών. Τους απόσπασε το σκήπτρο των θαλασσών και τούτο υπήρξε απαράμιλλη υπηρεσία». Ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη, Θερβάντες, που πολέμησε και τραυματίσθηκε στη Ναυμαχία έγραψε: « Αποδείχθηκε ότι οι Τούρκοι δεν είναι αήττητοι». Και ο Ναύαρχος του Πάπα,ο Μαρκαντώνιο Κολόννα διαπίστωνε χαρούμενος για τη νίκη: « Επί τέλους μάθαμε ότι οι Τούρκοι είναι άνθρωποι σαν κι εμάς».      

Για τα αποτελέσματα της ναυμαχίας, σε σχέση με την  οθωμανική αυτοκρατορία ο Μονταίν παρατήρησε:«Η ναυμαχία  αυτή εγκαινιάζει την αρχή της βαθμιαίας και αναπότρεπτης καταρρεύσεως της  Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Ολόκληρη λοιπόν  η Ευρώπη πανηγύρισε τη μεγάλη νίκη η οποία «έθηκεν φραγμόν εις  τον χείμαρρον του βαρβαρισμού, όστις απείλει να κατακλύση άπασαν την χριστιανικήν Ευρώπην…». Έτσι λοιπόν ο χριστιανικός κόσμος της Δύσεως, ξεπερνώντας  ένα κόμπλεξ κατωτερότητας, που τον διέκρινε, κατά τον Braudel απέναντι στους Τούρκους, πανηγύρισε σύσσωμος το θρίαμβο της  Ναυπάκτου:

Έτσι, «από την επομένη κιόλας της μάχης είχαν ξεκινήσει για τη  Δύση οι επίσημοι « Άγγελοι» που φέρανε το μήνυμα της θριαμβικής  νίκης του Σταυρού στους διαφόρους βασιλιάδες και πρίγκιπες,  καθώς φυσικά και στο θεμελιωτή και πρωτεργάτη της συμμαχίας τον  Πάπα.  Έτσι σαν πατήσανε το χώμα της Μεσσίνας το «Φεστιβάλ  Λεπάντο», που θα κρατήσει όχι μέρες αλλά… χρόνια, μπήκε στο  δεύτερο και κύριό του στάδιο. Είχε αρχίσει κιόλας μ’ελαφρά μουσική στα  Ιόνια νησιά, μα στη Μεσσίνα μπαίνουμε στο μπελ κάντο που θα εξελιχτεί σε λίγο σε «κονσέρτο γκρόσο» κάτω από τους θόλους του  Αγίου Πέτρου! Εκεί θα υποδεχθή ο Πίος ο Ε’ τον δαφνηφόρο γιο του Κάρλου Κουΐντου με μια βιβλική ακούτα σε ντο ντι πέτο: «Εγένετο άνθρωπος απεσταλμένος παρά Θεού όνομα αυτώ Ιωάννης..»( Ιω. α’ 6). Ο χείμαρρος από γιορτές που  επακολουθήσανε στην  Ιταλία, την  Ισπανία, την Αυστρία, τη Βαυαρία  και την  Ελβετία είναι απερίγραπτος».

Η εορταστική ατμόσφαιρα και οι πανηγυρισμοί κράτησαν  πράγματι για χρόνια.Με απόφαση του Πάπα η νίκη όπως ήδη αναφέραμε, αφιερώθηκε στην «Παναγία την Ικέτιδα», Madonna di Lepanto, Madonna del Rosario.

Εκτός των έργων που μνημονεύσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο και σχετίζονται με την Παναγία, πλήθος  ακόμη ήταν τα έργα τέχνης της εποχής εκείνης – τοιχογραφίες, ζωγραφικοί πίνακες, μετάλλια, βιτρώ, άμβωνες, χρυσές σκευοθήκες κ.α.-, που απεικόνισαν τη Ναυμαχία ή αναφέρονταν σ’αυτήν. Ας δούμε κάποια από αυτά τα καλλιτεχνήματα της Δύσεως,τα οποία ήταν μια προέκταση της νίκης:

1. Στην Ιταλία:

– Στη Βενετία: α).Ο μεγάλος ζωγράφος Τιντορέττο έφτιαξε ένα πίνακα για το παλάτι του Δόγη. Όμως, καταστράφηκε το 1577 από  πυρκαγιά. Αργότερα έφτιαξε ένα άλλο έργο που τοποθετήθηκε σε  Παρεκκλήσιο της Παναγίας αλλά και αυτό καταστράφηκε το 1867.  Είχε δημιουργήσει και έναν τρίτο πίνακα με τη ναυμαχία της  Ναυπάκτου, διαστάσεων 1,80Χ3,93 ο οποίος καταστράφηκε το 1945  στο Βερολίνο ευρισκόμενος στα χέρια Γερμανού συλλέκτη. β).Ο Αλιένσε (Αντώνιος Βασιλάκης από τη Βενετία), έχει ζωγραφίσει στο Palazzo Ducale μια ωραιότατη παράσταση που παρουσιάζει την Αγία Ιουστίνα (των Καθολικών) να προσεύχεται και να ικετεύει τον Κύριο, για την ναυμαχία της Ναυπάκτου. γ). Στο μουσείο «Correr» της Βενετίας σώζεται ένας  θαυμάσιος πίνακας με τη ναυμαχία. δ).Στο ανάκτορο των Δόγηδων υπάρχει ζωγραφικός πίνακας της ναυμαχίας της Ναυπάκτου,  του Αντρέα Βετσεντίνο. ε).Στην  Εκκλησία Santa Maria Formoza υπάρχει η εικόνα του Ναυάρχου Venier, Madonna di Lepanto.

– Στη Ρώμη: α).Στο Βατικανό υπάρχει ένας ωραίος χάρτης της θαλάσσιας περιοχής που έγινε η ναυμαχία με τους στόλους αντιμέτωπους και σε σχηματισμό μάχης. β).Στην Galeria Doria υπάρχει μια ζωγραφική παράστασης της ναυμαχίας. γ).Στη Santa Maria Matziore σώζεται μια γλυπτή πολυπρόσωπη παράστασης σε μάρμαρο που παρουσιάζει την παράδοση της σημαίας της  Ιεράς Συμμαχίας από τον Πάπα στον Μαρκαντώνιο Κολόννα.(Γλύπτης ήταν ο Νικολό Πίπης-Νικόλαος Μόσταερτ από  τον  Αρράς).

– Στη Μεσσήνη: α).Στη Μητρόπολη της Μεσσήνης σώζεται η μεταξωτή σημαία  της συμμαχίας που δώρισε ο Δον Ζουάν επιστρέφοντας από τη Ναυμαχία.β).Στην πλατεία Αννουτσιάτας υπάρχει ένα μπρούτζινο άγαλμα του Δον Ζουάν, έργο του  Ανδρέα Καλαμέκ φτειαγμένο το  1573.

– Στην Πάρμα: Στη βιβλιοθήκη της Μονής του  Αγίου Ευαγγελιστού  Ιωάννου υπάρχει παράστασης της ναυμαχίας.

2. Στην Ελβετία:

α). Στη μονή Βέττινγκεν υπάρχει ένα ωραίο βιτρώ με την  παράσταση της ναυμαχίας, έργο του Πέτερ Μποκ και το οποίο χάρισε  ο πρέσβης του βασιλιάς της Ισπανίας Φιλίππου Β’. β).Στον Άγιο Βικέντιο του Lugnen. Στην Εκκλησία αυτή υπάρχει μια τεράστια ελαιογραφία, έργο του Τζιοβάνι Μπατίστα Μακολίνο, διαστ. 4Χ7 μέτρα φτιαγμένη το 1630. Στον ουρανό της παραστάσεως εικονίζεται η Παναγία Βρεφοκρατούσα. Κάτω διακρίνονται οι τρεις σπουδαιότεροι σύμμαχοι:ο Φίλιππος Β’, ο Δόγης και ο Πάπας. γ).Στη Σάντα Μαρία  Άσσουντα.Στην εκκλησία αυτή του Καλάκανταλ υπάρχει μια μεγάλη ελαιογραφία, έργο του Γκεόργκ Βίλχεμ Γκρατσνέρ, που έγινε το 1649. Κι αυτή στον ουρανό έχει την Παναγία και κάτω τη ναυμαχία με τους  συμμάχους. Σ’αυτή την παράσταση ο Χριστός, η Παναγία και οι άγγελοι κρατούν Ροζάρια.

3. Στη Γερμανία:

α).Στο Ίνγκλοστατ της Βαυαρίας: Στην «Εκκλησία της νίκης»  βρίσκεται μια χρυσή σκευοθήκη της Αγίας Μετάληψης (ostensoir), η οποία παραγγέλθηκε το 1678 και  παραδόθηκε το 1708. Το υπέροχο αυτό καλλιτέχνημα-έργο του Γιόχαν Τζικλ έχει ύψος 1,23εκ. και αναπαριστά τη ναυμαχία. Είναι ολόχρυση στολισμένη με ασήμι και πολύτιμα πετράδια. β).Στην Μονή Ιρζέε (Αλγκαίν). Στην Εκκλησία της Μονής σώζεται ο άμβωνας, ο οποίος είναι ωραιότατο δείγμα του νοτιογερμανικού μπαρόκ και παριστάνει την  πλώρη μιας γαλέρας με το κατάρτι της. Το έργο έγινε το 1725. γ). Στο Ρεγκενσμπούργκ, πατρίδα του Δον Ζουάν d’Austria, δίπλα στο παλαιότατο Δημαρχείο της πόλεως, υπάρχει μικρή πλατεία αφιερωμένη στον Δον Ζουάν και στο κέντρο της πλατείας δεσπόζει ένα μεγάλο άγαλμα του. Στις τέσσερις πλευρές της βάσεως του αγάλματος υπάρχουν μπρούτζινες πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις της Ναυπάκτου και της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου. δ) Στην πόλη Wurzburg υπάρχει μεγάλη εικόνα της Παναγίας, που αφορά στην ναυμαχία της Ναυπάκτου με τον τίτλο «Maria Hilf» (Μαρία Χίλφ).

4. Στην Ισπανία:

– Στη Μαδρίτη. α).Στο Μουσείο Naval υπάρχει παράσταση της Ναυμαχίας. β).Ο Τισσιάνο ζωγράφισε έναν αλληγορικό πίνακα σε σχέση με τη ναυμαχία, για τον βασιλιά Φίλιππο τον 2ο, ο οποίος είναι σήμερα στο Πράντο.

– Στη Βαρκελώνη. Στον Καθεδρικό Ναό της Βαρκελώνης σώζεται το γλυπτό «ο Χριστός της Ναυπάκτου».

– Στο Τολέδο. Υπάρχουν τρόπαια από τη Ναυμαχία .

5. Στην Ελλάδα:

– Στην Αθήνα (Εθνικό, Ιστορικό Μουσείο) α). Έγχρωμος πίνακας που παριστάνει τη ναυμαχία διαστάσεων  0,98Χ1.00 μ., έργο του 16ου αιώνος. β).Χαλκογραφία, έργο του lattantio Bonastro μαθητή του  Ελ  Γκρέκο. Έγινε το 1572 και εικονίζει τη ναυμαχία. Διαστ.1,5Χ0,74.

– Στην Κεφαλονιά μετά τη νίκη της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου,  κτίσθηκε ναός από τους Ρωμαιοκαθολικούς  αφιερωμένος στην «Παναγιά της Νίκης».

– Στο μουσείο της Κέρκυρας σώζεται η εικόνα του Μιχαήλ Δαμασκηνού με τους Αγίους Σέργιο, Βάκχο και Ιουστίνα που έγινε μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου: «Η απεικόνιση της  Αγίας  Ιουστίνας μαζί με τους Αγίους Σέργιο και Βάκχο, με τους οποίους δεν έχει σχέση, αποτελεί ασφαλώς αναφορά στη μεγάλη νίκη του ενωμένου χριστιανικού στόλου επί των Τούρκων στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, που έγινε στις 7  Οκτωβρίου 1571, ημέρα κατά την οποία εορτάζεται η μνήμη των. Ο θρίαμβος των χριστιανικών όπλων αποδόθηκε στην επέμβαση των τριών αυτών μαρτύρων, προς τιμήν των οποίων είχε οικοδομηθεί και ναός στο Κερκυραϊκό προάστιο Γαρίτσα. Από το ναό αυτό – την « Τριμάρτυρο» – που καταστράφηκε το 1798 αλλά ανοικοδομήθηκε το 1845, προέρχεται και η εικόνα μας».

6. Στην Ιαπωνία:

Σώζεται έγχρωμος πίνακας επάνω σε πολύπτυχο παραβάν, (διαστάσεις 153,5 εκ.Χ362,5 εκ.) έργο Ιάπωνα ζωγράφου και  χρονολογημένο στα τέλη του 16ου αιώνα. Ο πίνακας αυτός ήρθε στη  δημοσιότητα το 1956, παριστάνει τη ναυμαχία της Ναυπάκτου και  ανήκει στην οικογένεια Muragiama.Η δημιουργία του πίνακα  εξηγείται από τον Ιάπωνα κ. Ακιγιάμα ως εξής: Το 1546 είχε φθάσει στην Ιαπωνία ο Ιησουίτης Ιεραπόστολος π.Franz-Xaver, ο οποίος  δημιούργησε Μοναστήρια. Μετά τη νίκη, το γεγονός της ναυμαχίας  έφθασε δια των  Ιεραποστόλων στην  Ιαπωνία. Έτσι το απεικόνισε ο   Ιάπωνας ζωγράφος που είχε διδαχθεί Δυτική ζωγραφική. Ακόμη  γνωρίζουμε ότι το 1584,στον επίσημο εορτασμό της Ναυμαχίας  συμμετείχαν και 4 Ιάπωνες απεσταλμένοι.

Εκτός, όμως, από τα ανωτέρω έργα, για τα οποία μας δίδουν πληροφορίες οι Διον.Ρώμας και  Γ.Νόβας, και τα οποία αναφέρονται στην ναυμαχία, χρειάζεται πιστεύουμε μια μεγάλη επιστημονική έρευνα για να καταγραφεί το πλήθος των έργων, που υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη και να προσφερθούν στη δημοσιότητα:  «Βιτρώ, άμβωνες, χρυσές θήκες όστιας, εκατοντάδες  γκραβούρες και αμέτρητες ελαιογραφίες, ορθόδοξες εικόνες και γιαπωνέζικα παραβάν, ένας χείμαρρος από ποιήματα, λόγους και περιγραφές αναγκάζουνε τον σημερινό άνθρωπο να θυμάται με συγκίνηση τη μεγάλη επέτειο της 7ης  Οκτωβρίου».

Ας έλθουμε τώρα, στα κείμενα που γράφτηκαν για τη ναυμαχία τότε, αργότερα αλλά και σήμερα. Κατ’αρχήν, πρέπει να πούμε, πως υπήρξε πλούσια ποιητική παραγωγή, κυρίως στην  Ιταλία και στην  Ισπανία.

Στην Ιταλία: Γράφτηκαν χιλιάδες στίχοι στην Λατινική ή και  στις τοπικές Ιταλικές διαλέκτους με θέμα τη ναυμαχία. Η νίκη γέμισε  με ενθουσιασμό, συγκίνηση και χαρά τους Βενετούς και τους άλλους   Ιταλούς, συναισθήματα που εκφράστηκαν κυρίως με την ποίηση. Το  1571 εκδόθηκε στη Βενετία πλήθος ποιητικών συλλογών. Ο Γ.Αθ. Νόβας είχε συγκεντρώσει 33 τομίδια με ποιήματα που εκδόθηκαν το  1571 στη Βενετία και άλλα έργα σώζονται στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη των  Αθηνών, εκτός εκείνων που χάθηκαν. Από τις ποιητικές συλλογές που γράφτηκαν, οι πιο αξιόλογες ήταν του Λουίντζι υί υ  και του εό α  Μάώί . Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της ποιητικής παραγωγής  θα αναφέρουμε τα εξής παραδείγματα:  Υπάρχουν ποιητικές  συλλογές με 13.000 στίχους, με 18.900 στίχους και με 20.000  στίχους.  Από όλα αυτά πιο αξιόλογο θεωρείται το έργο του  Φραντσέσκο Μπολονιέτι.  Αρκετά άλλα χάθηκαν.

Στην Ισπανία: Υμνήθηκε πολύ η Ναυμαχία της Ναυπάκτου  από την ποίηση της Ισπανίας. Λαϊκά ποιήματα υπάρχουν στο «Ρομαντσέρο  Ποπολάρ» που συγκέντρωσε ο Ντουράν. Αξιόλογα επίσης ποιήματα  έγραψε ο Ισπανός ποιητής Φερνάντο ντε Χερρέρα, μεταξύ των  οποίων και το « Ύμνος στη Θεία Χάρη». Ακόμα αξίζει να  αναφερθούν τα έργα του Αλφόνσο ντε Ερσίλλα. «Αρακουάνα» και του Χουάν Ρούφο Γκοντιριέζ  «Αουστριάντα». Λέγεται ότι ακόμη και ο βασιλιάς της Ισπανίας  Φίλιππος έγραψε ποίημα για τη Ναυμαχία, το οποίο όμως δεν σώζεται.  Σώζεται πάντως ποίημα του Βασιληά της Σκωτίας  Ιακώβου του  6ου.

Επιστρέφοντας στην  Ιταλική ποίηση θα αναφέρουμε αποσπάσματα από  ένα  ποίημα του ιππότη GUARNELLO, όπως το παραθέτει ο Γιάννης Βαρδακουλάς:

«Πότε ακούστηκε πιο άξια νίκη;

Εκείνος που βασιλεύει χωρίς νόμους και δίκαιο,

περήφανος και Άσπλαχνος κίνησε τα όπλα του

και τη μανία του κατά του ταπεινού λαού του Χριστού

άφησε πίσω του το Αιγαίο

κατακτώντας το ωραίο βασίλειο της  Αφροδίτης

και του έρωτα και τολμηρός,

διέσχισε την  Αδριατική για να σταματήσει

το άγριο Λιοντάρι, με τη σταθερή ελπίδα

να υποδουλώσει την  Ιταλία και τη Ρώμη.

Τότε  Εσύ, για να μας σώσεις,

ανύψωσες μέσα στα κύματα το στήθος Σου

σαν βράχος και σαν ψηλό βουνό

ενάντια στην τολμηρή πορεία

του απίστου εχθρού…

…Ζωντανή και φωτεινή του ηλίου ακτίνα,

μας φανερώθηκε ένας νέος κόσμος

και σκορπίστηκαν τα σύννεφα κι  η θύελλα,

που σκοτείνιαζαν και έθλιβαν με βαριά τυραννία

την Ευρώπη.

Εσύ μας έφερες τη γλυκιά ειρήνη και χαρά,

σβήνοντας κάθε ανησυχία·

μεσ  στο σκότος και στον κίνδυνο

υπήρξες αρχηγός μας,

προστάτης, λιμάνι και φως.

Πήγαινε ποίημά μου σε κείνο το ανίκητο χέρι,

που ακόμα είναι οπλισμένο και ματωμένο.

Αυτός θα σε δεχθεί ευγενικά,

τι κι  αν το ύφος σου είναι ταπεινό κι  ακαλλιέργητο,

γιατί αυτός ο Κύριος είναι άξιος και τολμηρός

όσο κανείς άλλος.

Πες του, ότι η Ρώμη πιστεύει,

πως γρήγορα θ  αναστηθεί στην παλιά της δόξα

τώρα που η μεγάλη αυτή νίκη έκανε

τέτοια λαμπρή αρχή».

Β’ FERNAND BRAUDEL:

«ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ»*

«Όπως έγραψα και πριν από πολύ καιρό (το 1949):«Η Ναύπακτος αποτελεί το στρατιωτικό γεγονός του 16ου αιώνα με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στη Μεσόγειο». Είναι μια τεράστια φλόγα, και τη βλέπουμε ακόμα να λάμπει, παρά την απόσταση των τεσσάρων αιώνων στο χρόνο. Για το ότι αποτέλεσε, όπως έλεγαν τον 16ο αιώνα, «έναν νέο αντίπαλο», ένα ισχυρότατο πλήγμα που εξαπλώθηκε αμέσως σε ολόκληρο το νευρικό σύστημα της Ευρώπης και μάλιστα και της  Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, – δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Στα νερά του κόλπου της Ναυπάκτου,τουλάχιστον 100.000 άνδρες ήρθαν αντιμέτωποι, δηλαδή, για τα μεγέθη της εποχής, το αντίστοιχο μιας μεγαλούπολης. Μια τέτοια συνάθροισις κατέστη δυνατή μόνο χάρι σε γιγαντιαίες προσπάθειες, σε δυσχερείς κινητοποιήσεις. Με αυτήν επιβεβαιώνεται η διπλή δύναμις, της Χριστιανοσύνης και του Ισλάμ, της Ισπανικής Αυτοκρατορίας συνοδευόμενης από τη Βενετία και την  Ιταλία αφ’ενός – και της εκτεταμένης Τουρκικής Αυτοκρατορίας, αφ’ετέρου.

Εντούτοις η Ναύπακτος υπήρξε και παραμένει, μέσα στη ροή της ιστορίας, ένα γεγονός, ένα επεισόδιο σύντομης διάρκειας· η ναυμαχία αρχίζει με το ξημέρωμα της 7ης  Οκτωβρίου 1571 και τελειώνει πριν νυχτώση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, χωρίς ικανοποιητική λύσι στην πραγματικότητα, είναι να επανατοποθετηθεί ένα στιγμιαίο μεγάλο συμβάν μέσα στις μακροσκελείς γραμμές της ιστορίας, να αναζητηθούν δηλαδή τα προδιατρέξαντα, το ευρύ πλαίσιο που το συνοδεύει και τα ορατά του επακόλουθα.  Ένα γεγονός είναι σημαντικό, όπως έλεγε ο  Ανρί Πιρέν, μόνο στο μέτρο που είχε συνέπειες. Άρα λοιπόν, θα πρέπει να παρουσιάσουμε έναν πολύπλευρο απολογισμό της μεγάλης ναυμαχίας – έναν απολογισμό που είναι δύσκολο να συνταχτεί και αποτελεί, την κάθε στιγμή, και για καθεμιά από τις πλευρές, όπως θα διαπιστώσετε, έναν απολογισμό αμφιλεγόμενο…

…Και φτάνουμε τώρα στο πιο δύσκολο, το πιο αβέβαιο σημείο αυτής της αντιπαράθεσης. Τα μεγάλα γεγονότα μετριούνται ανάλογα με τις συνέπειές τους. Βεβιασμένο συμπέρασμα. Μετά τον Βολταίρο, πολλοί ιστορικοί προσέφεραν στον εαυτό τους την πολυτέλεια να δηλώσουν ότι η τεράστια αυτή ναυμαχία δεν είχε στην πραγματικότητα καμμιά συνέχεια. Θα πρέπει ακόμη να επισημάνουμε ότι τα γεγονότα δεν είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους όπως οι κρίκοι μιας αλυσίδας, ή οι χάντρες ενός περιδέραιου.  Οπότε, το να κρίνει κανείς ένα γεγονός από τα γεγονότα που ακολουθούν, δεν είναι απόλυτα σωστό. Οι συνέπειες ενός γεγονότος δεν είναι υποχρεωτικά, ή αποκλειστικά, γεγονότα.

Πέραν αυτού, το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει και πολλά σχόλια, είναι προφανές ότι η Ναύπακτος δεν είχε τις συνέπειες που κάθε λογικός παρατηρητής δικαίως θα περίμενε ίσως από αυτήν στη διάρκεια του χειμώνα 1571-1572.  Η εκστρατεία του 1572 έμελλε να αποδειχθεί κάτι περισσότερο από απογοητευτική. Κατ’αρχήν,η Τουρκική Αυτοκρατορία μπόρεσε να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, να ναυπηγήσει και να εξοπλίσει γαλέρες, και να αναθέσει την αρχηγία σε έναν αλλαξόπιστο από την Καλαβρία, τον  Έλτζ  Αλή, ο οποίος, ως μπέης του Αλγερίου από το 1568, μπόρεσε να αναμορφώσει και να εκσυγχρονίσει την Τουρκική αρμάδα, εφοδιάζοντας την με αρκεβούζια και μεγάλα τηλεβόλα. Τελικά, την έκανε ένα μέσον υψηλής ποιότητας. Μήπως οι νικητές της Ναυπάκτου είχαν απλώς «ξυρίσει το γένι του Σουλτάνου»;

Την πρώτη καταστροφή αποτέλεσε, την 1η Μαΐου 1572, ο θάνατος της Αυτού  Αγιότητος του Πάπα Πίου του 5ου.  Άλλη, συμπληρωματική καταστροφή, ήταν η διαταγή, που έδωσε στις 20 Μαΐου ο Φίλιππος ο 2ος στον Δον  Ιωάννη τον Αυστριακό, να αναβάλλει την αναχώρηση που θα πραγματοποιούσαν οι γαλέρες του προς την  Ανατολή. Πρόφασις την οποία επικαλέσθηκε: η απειλητική στάσης της Γαλλίας του Καρόλου του 9ου. Τίποτε δεν μας υποχρεώνει να το πιστέψουμε τυφλοίς όμμασι. Στις 4  Ιουλίου (ένα μήνα και είκοσι μέρες πριν τη νύχτα του  Αγίου Βαρθολομαίου – 24 Αυγούστου – η οποία, εν προκειμένω, δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο), η διαταγή είχε ανακληθεί και ο Δον  Ιωάννης ενώθηκε με το στόλο των Συμμάχων στην Κέρκυρα. Οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν στις ακτές του Μωρέως, απέναντι από το Ναβαρίνο και τη Μεθώνη.  Ο  Έλτζ  Αλή κατέφυγε με το στόλο του στο καταφύγιο που πρόσφεραν τα κανόνια της τελευταίας αυτής θέσης, παρόπλισε τις γαλέρες του, παρέταξε το πυροβολικό στα υψώματα της πόλης – και το καταφύγιο παρέμεινε απαραβίαστο.

Η αποτυχία της εκστρατείας του Μωρέως επέφερε την υπογραφή, στις 7 Μαρτίου 1573, μιας Τουρκο-ενετικής ειρήνης, η οποία διευθετήθηκε από τον Παναγιώτατο.Έχοντας απομείνει μόνη, η  Ισπανία ήταν αναγκασμένη να επιδείξη σύνεσι, αλλά ο Δον  Ιωάννης διενήργησε μια επιτυχημένη αιφνιδιαστική επίθεσι εναντίον της Τύνιδας, στις 11  Οκτωβρίου 1573, τις παραμονές της κακής εποχής. Η επιχείρησις έμελλε να αποδειχθεί εντελώς άκαρπη: την επόμενη χρονιά, η Τουρκική αρμάδα με επικεφαλείς τον  Έλτζ  Αλή και τον Σινάν πασά καταλάμβανε τη Γκουλέτ (Ισπανική από το 1535), στις 25 Αυγούστου, και το φρούριο της Τύνιδας, που είχε κατασκευαστεί το προηγούμενο έτος, στις 13 Σεπτεμβρίου.

Ας σταθούμε τώρα στην απαρίθμησι των άμεσων συνεπειών της Ναυπάκτου. Κατά το έτος 1574, οι δύο Αυτοκρατορίες που εκτείνονται στα δύο άκρα της Μεσογείου βρίσκονται ισόπαλες: Τιμή και δόξα στους νικητές της Ναυπάκτου! Τιμή και δόξα στους νικητές της Τύνιδας! Οι Σύμμαχοι θα έπρεπε να έχουν επωφεληθεί από τη νίκη της Ναυπάκτου δίχως χρονοτριβή, ή ίσως να γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι μια νίκη στη θάλασσα, όσο λαμπρή και αν ήταν, δεν θα μπορούσε να καταβάλλει το τεράστιο σώμα, τα απέραντα τμήματα ξηράς που αποτελούσαν την Τουρκική Αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαν άραγε να κάνουν κάτι καλύτερο;

Ας πάψουμε όμως να παριστάνουμε τους στρατηλάτες και ας αποδεχθούμε την εξέλιξι των γεγονότων. Ας αποδεχθούμε μάλιστα, προκειμένου να βρούμε μια διέξοδο από τον πολύ σύντομο χρόνο, ότι τα γεγονότα, από το χειμώνα του 1570 ως το καλοκαίρι του 1574, αποτελούν μια αλληλουχία, ένα μείζον γεγονός, και ας δώσουμε σε αυτό το σύνολο το αστραφτερό όνομα της Ναυπάκτου.

Πιστεύω ότι αυτό το «ιστορικό κομμάτι» είχε το βάρος του, τις συνέπειές του, τη σημασία του, και ότι είναι ένας καλός «δείκτης» ιστορίας.

Όπως προείπαμε: ισοπαλία. Αυτό σημαίνει κάτι. Πράγματι, από το 1538 ως το 1565, ή καλύτερα το 1571, η ναυτική υπεροχή της Τουρκίας υπήρξε αδιαμφησβήτητη στη μακρά θαλάσσια σειρά των νησιών και των ακτών από την  Ανατολή ως το Γιβραλτάρ, και μάλιστα και λίγο μακρύτερα. Όμως, η Ναύπακτος παρέδωσε πολυάριθμους αιχμαλώτους στους Χριστιανούς. Τα τσούρμα των βαρυποινιτών στις γαλέρες της Δύσης βλέπουν τις γραμμές τους να πυκνώνουν, ενώ οι Τούρκοι έχασαν, μέσα σε μια μέρα, 15.000 κατάδικους. Εξάλλου, ένα αδιάψευστο δείγμα είναι ότι η πορεία των Χριστιανών, μετά το 1571, εισχωρεί ολοένα και πιο βαθιά στην ανατολική πλευρά της θάλασσας. Και δεν είναι και μικρό κέρδος, επίσης, το ότι η Χριστιανοσύνη απαλλάχθηκε από ένα προφανές σύμπλεγμα κατωτερότητας. Ήδη από το 1565, μετά την πολιορκία της Μάλτας, είχαν αρχίσει να μαθαίνουν πως ο Τούρκος δεν ήταν αήττητος. Και η Ναύπακτος, αποτελεί μια τρανή απόδειξι γι’ αυτό.

Η τεράστια απήχησις όμως των ετών 1570-1574 δεν συνίσταται σε αυτό. Εκείνα τα έτη σημείωσαν το τέλος των μεγάλων ναυτικών αγώνων του 16ου αιώνα: και αυτή είναι και η πρώτιστη σημασία τους.

Το τέλος των μεγάλων ναυτικών επιχειρήσεων. Πίστευα και έγραψα ότι τα έτη εκείνα είχαν καταφέρει ένα τρομερό πλήγμα στη θαλασσοκρατία της Τουρκικής Αυτοκρατορίας. Αν όμως περιοριστούμε αποκλειστικά στη Μεσόγειο, είναι επίσης σαφές ότι υπήρξε και μια εμφανής αναδίπλωσις της ναυτικής δύναμης του Φιλίππου του 2ου, πολύ πριν τις μεγάλες αποτυχίες και τις μεγάλες υπερατλαντικές προσπάθειες του τέλους του αιώνα. Οι δύο κολοσσιαίες Αυτοκρατορίες είχαν εξαντλήσει για πολλά χρόνια τις επιθυμίες τους, και χωρίς αμφιβολία και τις δυνατότητές τους για απευθείας αγώνες. Η πρώτη  Ισπανο-Τουρκική εκεχειρία, που ανανεώθηκε στη συνέχεια, συνάφθηκε το 1577. Οι μεγάλοι στόλοι δεν πρόκειται λοιπόν να ανασυγκροτηθούν στη Μεσόγειο. Στην απέραντη Εσωτερική Θάλασσα ξεκινά έκτοτε η καταχρηστική, αποκλειστική, γραφική και έμμονη βασιλεία των πειρατικών πολέμων: Μάλτα, Λιβόρνο, Πίζα, Τύνιδα, χάνονται μέσα σε έναν ατέλειωτο αισχρό πόλεμο, που διακόπτεται από κάποιες μυστικές συννενοήσεις. Η Τύνιδα, λέει κάποιος ιστορικός, ο Καρμέλο Τρασέλι, είναι μια «Σανγκάη, στις αρχές του 20ου αιώνα: μια πόλις γεμάτη παρανομία».

Η συγκυρία αποτελεί τάχα εν προκειμένω μια τελευταία (αλλά όχι και τη μόνη) εξήγησι; Είναι πολύ πιθανόν. Οι μακρόχρονες αμφιταλαντεύσεις της συγκυρίας αυτής αναδεικνύουν κάποιες κορωνίδες: 1529,1559,1585, και κάποια ελάσσονα σημεία:1509,1539,1575. Τη στιγμή της Ναυπάκτου (1571) και τη στιγμή της Τύνιδας (1574), η οικονομική ζωή γνωρίζει μια βαθμιαία μείωσι των τιμών. Η αλλαγή της κατάστασης θα πραγματοποιηθεί γύρω στα 1575.

Όμως,-και αυτό αποτελεί έναν επίμονο, περίεργο, επεξηγηματικό κανόνα – οι ιεροί πόλεμοι, σταυροφορίες ή ντζιχάντ, τοποθετούνται πάντοτε στη διάρκεια αυτών των περιόδων ύφεσης. Όλα πηγαίνουν άσχημα στον τόπο σου, οπότε ρίχνεσαι, έξω από αυτόν, πάνω στον προαιώνιο εχθρό. Η κίνησις, αλλάζει φορά, κάθε πολιτισμική ομάδα, είτε της Χριστιανοσύνης είτε του  Ισλάμ, στρέφεται τότε εναντίον των εσωτερικών της εχθρών. Οι αδελφοκτόνοι,ή εμφύλιοι, ή εσωτερικοί πόλεμοι, είναι παιδιά της ευημερίας. Όλα πηγαίνουν καλύτερα, ευκαιρία για αδελφοφάγωμα, μεταξύ Χριστιανών, μεταξύ Μουσουλμάνων! Καθολικοί εναντίον Προτεσταντών, Γάλλοι εναντίον Ισπανών,σε αναμονή άλλων παράδοξων διενέξεων,-και από την άλλη πλευρά, γιατί η Τουρκία έχει βρεθεί δέσμια στις δίνες και τους ρυθμούς της οικονομίας της Ευρώπης: Τούρκοι εναντίον Περσών, Σουνίτες εναντίον Σηιτών.

Οι εικόνες αυτές είναι απλές, υπερβολικά απλές, αναμφίβολα.  Όχι όμως και καταχρηστικές. Τρία-τέσσερα χρόνια μετά τη Ναύπακτο, η συγκυρία βελτιώνεται, κλίνει προς το καλύτερο. Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι στρέφουν τα νώτα ο ένας στον άλλον. Και μόνο στα τέλη του αιώνα, με την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, το μίσος θα ξαναφουντώσει στις καρδιές τους. Τότε όμως δεν έγινε, στη Χριστιανοσύνη, παρά μόνο ένας λεκτικός πόλεμος, ένας πόλεμος σχεδίων. Όσα παίρνει ο άνεμος».

 

Γ’ Cayetano Rossell:

«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ»*

«Στις 7 Οκτωβρίου,δυό ώρες πριν ξημερώσει, ο Δον Χουάν νικώντας την αντίσταση των στοιχείων της φύσης, με μια ακατανίκητη ψυχική δύναμη, προς γενική κατάπληξη, έδωσε το σύνθημα της εκκίνησης και ο ήλιος τους βρήκε κοντά στα νησιά Κουρτσολάρι, τα οποία στην πραγματικότητα είναι μάλλον μια σειρά ύφαλα μπροστά στην απέναντι ακτή. Οι αρχαίοι τα ονόμαζαν Εχινάδες και τα είχαν προσωποποιήσει οι  Έλληνες στον μύθο με τις νύμφες και τον  Αχελώο ποταμό, που εκβάλλει εκεί κοντά. Εμπροσθοφυλακή πήγαινε ο Δον Χουάν ντε Καρντόνα, επιθεωρώντας εκείνα τα κανάλια, μήπως υπάρχουν καράβια του εχθρού, ενώ ο Χουάν Αντρέα περνούσε ήδη με τις γαλέρες του έναν κάβο για να μπεί στον κόλπο της Ναυπάκτου. Τότε ο φύλακας που βρισκόταν ψηλά στο θωράκιο της Βασιλικής γαλέρας, φώναξε πως διακρίνει ένα καράβι και λίγο αργότερα με δυνατότερες φωνές ανάγγειλε πως φαινόταν πια ολόκληρη η τουρκική αρμάδα.  Επιβεβαιώθηκε η περιπόθητη είδηση  κι από άλλους που ανέβηκαν στο θωράκιο, κι από τον Χουάν  Αντρέα που τη διέκρινε από κει που βρισκόταν και οι ανιχνευτές που είχε ο ίδιος στείλει. Χωρίς να περιμένει άλλο πια ο Δον Χουάν έδωσε διαταγή να στρίψουν το δεξί ιστίο προς την πλώρη, να ανυψώσουν μια ταινία στην κορφή του, να κρεμάσουν το λάβαρο του Συνδέσμου και να ρίξουν μια ομοβροντία που ήταν το σύνθημα της έναρξης της μάχης.  Αντιλάλησε ο κρότος μέσα στις σπηλιές των βράχων και συγκλόνισε όλες τις καρδιές.  Όλα στράφηκαν προς την Βασιλική γαλέρα και βλέποντας πια να ανεμίζει το  Ιερό Σύμβολο, ξέσπασαν σε γενικό πανηγύρι και πολυθόρυβες κραυγές νίκης.

Πραγματικά, αυτό που φαινόταν στο βάθος, ήταν η εχθρική αρμάδα. Είχε βγεί κι αυτή την προηγούμενη νύχτα από τη Ναύπακτο και δεν ήταν μικρότερη η έκπληξη και η χαρά και εκεί, όταν ξεπροβάλλοντας από τα δυό κάστρα, που φυλάγουν την είσοδο στον Κόλπο, διέκρινε καθαρά τις γαλέρες της δικής μας προφυλακής. Οι Τούρκοι όσο καιρό είχαν παραμείνει στη Ναύπακτο, είχαν αυξήσει τις δυνάμεις τους σε περισσότερο από εικοσιτέσσερες χιλιάδες στρατιώτες και κωπηλάτες παρμένους από το Μωριά, με ανανεωμένο πυροβολικό και αφθονία προμηθειών και πυρομαχικών. Δεν ήταν λιγώτεροι από εκατόν είκοσι χιλιάδες άνδρες, διακόσιες σαράντα πέντε γαλέρες που πολλές είχαν εικοσιοκτώ έως τριάντα μπάνκους, εβδομήντα γαλεότες, πολλές φούστες κι άλλα είδη σκαφών…

…Γιατί μεγάλο μέρος της αρμάδας μας έκρυβαν κάποιοι βράχοι, που υπήρχαν στις ακτές, κι ο Τούρκος έβλεπε μόνον το κέντρο και τη δεξιά πτέρυγα. Όταν όμως βγήκε στ’ανοιχτά, ειδοποιημένος κι από τους θωρακίτες που βρίσκονταν ψηλά στο κατάρτι, ανακάλυψε σ’όλο το μεγαλείο του ολόκληρο το μέτωπό μας με την ωραία του διάταξη ν  απλώνεται, κι απόμεινε γεμάτος κατάπληξη και σύγχυση, εξωργισμένος με την απάτη του Καρακούς. Παρ’όλα αυτά, καταλάβαινε πως ήταν πια αδύνατον να υπαναχωρήσει, και πως τώρα πια ήταν αναγκασμένος να παίξει τούτο το αβέβαιο παιχνίδι που θα έκρινε και την τύχη του.

Από την άλλη μεριά, κι ο Δον Χουάν, βρέθηκε μπροστά στον εχθρό και μπόρεσε να εκτιμήσει την έκταση των δυνάμεών του και να διαπιστώσει πόσο ανακριβής ήταν η πληροφορία για την αποχώρηση του Ουλουτζαλή και μέσα του για μια στιγμή ένοιωσε ανησυχία για την δοκιμασία στην οποία εξέθετε την υπόληψη και την στρατιά του.  Άφησε τη ματιά στην απέραντη θάλασσα που ολόγυρα απλωνόταν. Μπροστά ο κόλπος της Ναυπάκτου, τριγυρισμένος από τις εκτεταμένες στεριές του Μωριά και της ηπειρωτικής  Ελλάδας, σχεδόν κλειστός από τις μυτερές άκρες που σχημάτιζαν κι οι δυό ακτές. Στα δεξιά, τα νερά και το νησί της Ζακύνθου, στο βάθος. Στην αντίθετη πλευρά, από την τραμουντάνα, η ακτή της αρχαίας Αιτωλίας και από πίσω, τα νησιά της Κεφαλονιάς και της  Άγια Μαύρας, που μετονομάσθηκε αργότερα σε Λευκάδα. Αυτό το όνομα του θύμισε τον θρίαμβο της Δύσης, την εγκατάλειψη στο Άκτιο του Μάρκο Αντώνιο και την καταστροφή στην Πρέβεζα, όπου συντριμμένοι και σκορπισμένοι κατέφυγαν οι  Ισπανοί και οι Ενετοί. Αλλά στις φλέβες του κυλούσε το αίμα του Καρόλου του Ε’.Ορθώθηκαν στην φαντασία του οι μνήμες των άθλων του. Στηρίζοντας τις ελπίδες του στο Θεό και τα μάτια στο Σταυρωμένο, που πάντα είχε μαζί του, έστειλε στον ουρανό προκαταβολικά ευχαριστίες για τον θρίαμβο που περίμενε.

Και ο ουρανός, φαίνεται πως, από κείνη κιόλας τη στιγμή, άρχισε να δείχνεται ευνοϊκός, γιατί σταμάτησε μονομιάς τον κυματισμό κι η θάλασσα απόμεινε απόλυτα ήρεμη. Και ο άνεμος, που μέχρι τότε στάθηκε για την αρμάδα μας ενάντιος, γύρισε ξαφνικά ενάντια στις πλώρες του εχθρού. Αυτό βοήθησε πάρα πολύ τους χριστιανούς και τους επέτρεψε να μπουν σε τάξη σύντομα και να νοιώσουν ακόμα περισσότερο αισιόδοξοι, ενώ οι Τούρκοι είχαν να μαϊνάρουν τα πανιά, πράγμα που τους ανάγκασε να αποσυνταχθούν και να χάσουν πολύτιμο χρόνο…

… Η Ναύπακτος υπήρξε επίσης μάρτυρας του σημαντικότερου περιστατικού που λάμπρυνε η ανθρώπινη τόλμη. Γιατί αυτή τη φορά δεν επρόκειτο για διευθέτηση διαφωνιών ανάμεσα σε ισχυρούς, ούτε για τακτοποίηση υψηλών ανταγωνισμών: Παλεύοντας εκεί πρόσωπο με πρόσωπο ο σύγχρονος πολιτισμός με τον πολιτισμό της Ασίας που χωρίς να πάψει να είναι πάντα άξιος της παλιάς του ορμής, άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύει την παλάμη του από τον ρωμαλέο του αντίπαλο. Υψωμένο, εκεί στη μέση της σκληρής μάχης, το λάβαρο του Λυτρωτή και η σημαία του ισλαμισμού άφησαν για πάντα κλειστά τα μάτια των πιστών, και αναγεννήθηκε με άφθαρτη πίστη η ελπίδα των εκλεκτών.

Λησμόνησαν παλιές έριδες κι έχθρες, θυσιάζοντας τα πάντα για τη θρησκεία και την πατρίδα. Μεταμορφώθηκαν σε επιδρομείς αυτοί που πριν περνούσαν για κυνηγημένοι κι ακόμα ταπεινωμένοι.Υπερασπίστηκαν τα συμφέροντα εκείνων των ίδιων που από εχθρότητα ή φόβο τους αρνήθηκαν τη βοήθειά τους. Περιφρόνησαν τους κινδύνους, πολέμησαν σκληρά και μες στη μάχη ξεπέρασαν την ίδια τη φύση, αποζητώντας στην αγωνία του θανάτου την αθάνατη παρηγοριά μιας καλύτερης ζωής: Αυτοί υπήρξαν οι ηρωές μας, τέτοια και η αρετή που τους θέρμαινε.  Ο Θεμιστοκλής νικά στη Σαλαμίνα. Νικούν οι στρατηγοί της Σπάρτης στις Πλαταιές και στη Μυκάλη… Η Ναύπακτος υπήρξε ο μεγαλόπνοος πόθος ενός ολόκληρου αιώνα για την επικράτηση της αλήθειας και του πνεύματος, την ανεξίτηλη καθιέρωση του χριστιανισμού, το θρίαμβο της λευτεριάς του ανθρώπου, μιας λευτεριάς υποστηριγμένης και διαλαλημένης ενστικτωδώς από εκείνους τους ίδιους που υποταγμένοι στη θέληση ενός Καίσαρα, βοηθούσαν στη χαλιναγώγηση του από τη φύση του ακράτητου φτερουγίσματος του πνεύματος.

Τι θα είχε απογίνει η Ευρώπη αν εκείνη την ημέρα η αρμάδα του Συνδέσμου είχε καταστραφεί από τα γιαταγάνια των γενιτσάρων; Κύριος της Κύπρου ο Σελήμ, γρήγορα θα κυρίευε και την Κρήτη και τα καράβια του θα λυμαίνονταν τις ακτές της Μεσογείου και ευνοημένος στις επιχειρήσεις του κι από τις επιδρομές των Μπαρμπερίνων, θα υποδούλωνε από τη μια άκρη ως την άλλη τα παράλια της  Αδριατικής και των Τιράνων.  Απλώνοντας μετά την αυτοκρατορία του από την  Αζοφική θάλασσα ως την Κορσική και τις Βαλεαρίδες, κι έχοντας κάτω από τη θέλησή του την  Αφρική, ούτε ο Μοσχοβίτης που ήταν ακόμη πολύ αδύναμος, ούτε ο Αυστριακός που μόλις ήταν σε θέση να διατηρήσει την Ουγγαρία, ούτε ο ίδιος ο Καθολικός Βασιλέας, αποκαμωμένος και εξασθενημένος από την ήττα του, θα αρκούσαν για να συγκρατήσουν εκείνον τον χείμαρρο, που θα είχε ξεχυθεί από τα βουνά του Βορρά για να ενωθεί με την ορμητική θάλασσα της Μεσημβρίας.

Θρυμματισμένο αναμφισβήτητα σ  εκείνο τον αγώνα το σκήπτρο του Καρλομάγνου, δεν θα μπορούσε ούτε αυτό να αφαιρέσει από την αρμάδα του Μεγάλου  Άρχοντα το χρίσμα του «αήττητου». Δεν ήταν της μοίρας της, να βρεθεί η Ευρώπη άλλη μια φορά σκλάβα φυλών βάρβαρων.  Αλλά, πάλη τόσο πεισματική και αιματηρή θα ανέκοπτε τη βιομηχανία της και τις τέχνες της για μεγάλο διάστημα, εμποδίζοντας και καταστρέφοντας ίσως την αποκάλυψη των μεγάλων πνευμάτων της, και την ευτυχισμένη εξέλιξη των κατακτήσεων και των θεσμών της….»

 Επίλογος

Η παγκόσμια γνωστή και με πανευρωπαϊκή σημασία Ναυμαχία της Ναυπάκτου, έχει συγχρόνως και μια μεγάλη επικαιρότητα για μας τους  Έλληνες. Και τούτο διότι η ναυμαχία υπήρξε ενέργεια και πράξης απαντητική της δημιουργηθείσης  Ιεράς Δυτικοευρωπαϊκής Συμμαχίας το 1571 (της Sacra Liga Antiturca), λόγω της καταλήψεως της Κύπρου από τους Τούρκους.

Εύκολα, λοιπόν, μπορεί να παρατηρήσει κάποιος, ότι υπάρχει μια αναλογία της τότε καταστάσεως με την σύγχρονη πραγματικότητα σε σχέση με την Τουρκία και την Κύπρο. Μετά 400  περίπου χρόνια, από την πρώτη εκείνη κατάκτηση της Κύπρου, οι Τούρκοι επανέλαβαν την  Ιστορία: Το 1974, εισέβαλαν πάλι στην Κύπρο, κατακτώντας ένα μεγάλο μέρος της και οδηγώντας σε τραγικό αδιέξοδο, τον Κυπριακό  Ελληνισμό. Η συμπεριφορά των Τούρκων απέναντι στον χριστιανικό πληθυσμό, τότε και σήμερα, υπήρξε το ίδιο βάρβαρη. Εάν τότε έκαναν σφαγές και λεηλασίες και έγδαραν ζωντανό τον Ενετό Φρούραρχο της  Αμμοχώστου, το 1974 έπραξαν τα ίδια. Λεηλασίες, σφαγές, εγκλήματα, βιασμούς γυναικών, καταστροφές Ναών και Μνημείων, αιχμάλωτοι και αγνοούμενοι.

Θα μπορούσαμε να πούμε με βεβαιότητα, πως ένα μόνο άλλαξε ανάμεσα στην εισβολή του 1571 και στην εισβολή  των Τούρκων στην Κύπρο του 1974. Ενώ το 1571  η Δυτική Ευρώπη αντέδρασε δυναμικά και γρήγορα, ενώ τότε  οι Δυτικοευρωπαίοι χριστιανοί συγκινήθηκαν και αποδοκίμασαν έντονα την κατάκτηση της Κύπρου, το 1974, όχι μόνο υπήρξε ολιγωρία της Δύσεως, αλλά και ανοχή της απέναντι στην κατακτητική ενέργεια της Τουρκίας. Ενώ το 1571 έσπευσαν να δημιουργήσουν στρατιωτικό συνασπισμό κατά των Τούρκων, το 1974 οι Δυτικοευρωπαίοι αδράνησαν.  Ίσως – και μάλλον το πιο πιθανόν-διότι η Κύπρος δεν ανήκε πλέον σε κάποιο δυτικοευρωπαϊκό Κράτος, αλλά ήταν ανεξάρτητη. Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου του 1571 μας στέλνει τα εξής μηνύματα:

1. Σήμερα, 24 ολόκληρα χρόνια μετά την Κυπριακή τραγωδία, με συνεχιζόμενη την τουρκική κατοχή στην Κύπρο και με τις απειλές της Τουρκίας για κατάληψη και της υπολοίπου Μεγαλονήσου, θα πρέπει να γίνει  έστω και τώρα ευαισθητοποίησης των Ευρωπαίων Χριστιανών, κατ  αναλογία της δυναμικής συσπειρώσεώς των κατά το 1571. Η Ευρωπαϊκή πολιτική των χωρών της Ε.Ε, θα πρέπει να σταθεί με ενδιαφέρον στην εξεύρεση δικαίας λύσεως, στο Κυπριακό λεγόμενο πρόβλημα.  Ελπίζουμε να δούμε μια αληθινά  Ενωμένη και αληθινά Χριστιανική Ευρώπη, να υπερασπίζεται τους αδυνάτους λαούς και ανθρώπους και εντός και εκτός της  Ενωμένης Ευρώπης.

2. Ενθυμούμενοι τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου και την τότε σωτηρία της Ευρώπης από τον ισλαμικό-τουρκικό κίνδυνο, πρέπει να πούμε πως και σήμερα, μετά τόσους αιώνες από εκείνη τη γιγαντιαία αναμέτρηση ανάμεσα στον χριστιανικό κόσμο της Ευρώπης και τον ισλαμικό κόσμο της  Ασίας και της  Αφρικής, δεν εξέλιπε εντελώς ο κίνδυνος για την Ευρώπη και τη Δύση  από το  Ισλάμ. Και αυτό είναι ανάγκη να το συνειδητοποιήσουν σύντομα οι Ευρωπαίοι. Τα τελευταία χρόνια οι Ισλαμιστές, όχι μόνο στην Τουρκία αλλά και στις χώρες της Βορείου Αφρικής, δίπλα κι απέναντι από την Ευρώπη, με τη δυναμική και κάποτε τρομοκρατική παρουσία τους δείχνουν ότι η αντιπαράθεσης Χριστιανών-Μουσουλμάνων δεν έληξε ακόμη . Ας βλέπουμε με ρεαλισμό ότι το  Ισλάμ αποτελεί έναν μεγάλο κίνδυνο για την Ευρώπη, αφού οι πόλεις της έχουν γεμίσει από πλήθος μουσουλμάνων, από τζαμιά, και ήδη  έχουν δημιουργηθεί Θεολογικές Σχολές  Ισλαμιστών στην Γερμανία και στην Γαλλία. Σε σχέση δε με την Τουρκία ας μη ξεχνάμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν οι Ισλαμιστές κατόρθωσαν να είναι στην κυβέρνηση της χώρας και ο αρχηγός, τους Πρωθυπουργός.

Για την Τουρκία θα θέλαμε επίσης να προσθέσουμε τα εξής: Όσο κι αν προσπαθεί να πείσει, με το κοσμικού χαρακτήρα κράτος της και την πολιτικοκοινωνική περιθωριοποίηση των Ισλαμιστών, δεν καταφέρνει να αποδείξει ότι είναι ένα εξευρωπαϊσμένο και συγχρονισμένο με τη Δύση  Κράτος. Η καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μεγάλο βαθμό, η εγκληματική δράσης του Τουρκικού στρατού κατά των Κούρδων (σε βάρος των οποίων η Τουρκία εφαρμόζει συστηματική γενοκτονία, όπως παλαιότερα με τους  Αρμενίους και τους  Έλληνες της Μικράς  Ασίας), καθώς και η επιθετική και επεκτατική της πολιτική κατά της  Ελλάδος, αποδεικνύει ότι αποτελεί όχι απλώς πρόβλημα, αλλά κίνδυνο, αφού δεν σέβεται τους λαούς της Ευρώπης, ούτε αποδέχεται το δίκαιό τους, ούτε κατ  ουσία μπορεί να κατανόηση  τον πολιτισμό τους.

Το γεγονός της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου το 1571, αμέσως μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους, αλλά και η κατά τό 1974 νέα κατάληψης της Κύπρου, μαζί με τις παράλογες τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, φανερώνουν τον διαχρονικό χαρακτήρα του τουρκικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος ακόρεστος πάντοτε και χωρίς όρια, αύριο μπορεί να στραφεί εναντίον και άλλων Βαλκανικών και Ευρωπαϊκών λαών. Όπως, ακριβώς, έγινε με την κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453. Οι Τούρκοι δεν αρκέσθηκαν μόνο σ  αυτήν, αλλά έφθασαν το 1529 στη Βιέννη και το 1571 απειλούσαν ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη.

Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι απέναντι στην ασύδοτη, επιθετική και επεκτατική θέληση της Τουρκίας, δεν είναι αποτελεσματική η ανεκτική  στάσης της Ευρώπης, για λόγους εμπορικής και οικονομικής σκοπιμότητας κάποιων Δυτικοευρωπαίων. Κατά τη γνώμη μας, η σωστή Ευρωπαϊκή αντιμετώπισης της Τουρκίας, η οποία δεν έχει αλλάξει αιώνες τώρα, ούτε φαίνεται πως θέλει να αλλάξει, είναι μια ενιαία και αδιάσπαστη Ευρωπαϊκή πολιτική – θεωρία και πράξης -, η οποία αν δεν πείθει, θα υποχρεώνει  τουλάχιστον την Τουρκία να ακολουθεί έστω και εξ ανάγκης, τον δρόμο που ακολουθούν και οι άλλοι Ευρωπαϊκοί λαοί. Τον δρόμο δηλαδή του αλληλοσεβασμού, της συνεργασίας και της συμφιλιώσεως. Συγκεκριμένα δε, όσον αφορά τις παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος της  Ελλάδος, πιστεύουμε ότι οι  Έλληνες σταθερά θα πρέπει να επικαλούμαστε τη στήριξη της Ευρώπης, αφού τα ανατολικά σύνορά μας είναι συγχρόνως και σύνορα της Ευρώπης.

3. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί και  ένα άλλο πολύ σημαντικό μήνυμα που έρχεται από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, σε σχέση με μας τους Έλληνες, τους Δυτικοευρωπαίους και τους Τούρκους: Δεδομένου ότι σήμερα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε λεπτή και εύθραυστη ισορροπία, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι είναι εξασφαλισμένη η  Πατρίδα μας, από την προστασία των Δυτικών συμμάχων μας. Και τούτο διότι, όσο κι αν αγωνίστηκαν στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου οι Έλληνες,  με ενθουσιασμό στο πλευρό των χριστιανών Συμμάχων της Ευρώπης, μετά τη νίκη εγκαταλείφθηκαν από αυτούς.  Ενώ  ήλπιζαν, ότι θα έχουν βοήθεια από τη Δύση , για την απελευθέρωση της πατρίδος τους, έμειναν μόνο με τις υποσχέσεις. Οι νικητές, αφού εξασφάλισαν την  Αδριατική από τον κίνδυνο των Τούρκων, θεωρώντας ίσως ότι κάπου εκεί βρίσκονται τα σύνορα της Ευρώπης, επέστρεψαν θριαμβευτές στις πατρίδες τους και παρέμειναν μόνον σε πανηγυρισμούς. Το δράμα όμως των  Ελλήνων κορυφώθηκε όχι μόνο από την απογοήτευση αλλά  όπως είδαμε και από τα σκληρά αντίποινα των Τούρκων, οι οποίοι ξέσπασαν με οργή πάνω στους Έλληνες. Υπολογίζονται σε περίπου 50.000 οι Έλληνες που σφαγιάσθηκαν από τους Τούρκους μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571. Και στις εξεγέρσεις που ακολούθησαν, οι Έλληνες έμειναν ουσιαστικά αβοήθητοι από τους Δυτικοευρωπαίους.

Θέλουμε να παρατηρήσουμε ακόμη, ότι από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου μέχρι τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου και από τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου μέχρι τις μέρες μας, τα  ιστορικά γεγονότα αποδεικνύουν σαφώς, ότι παρά τον σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό των  Ελλήνων, παρά τους αγώνες   και τις θυσίες τους στο πλευρό των Ευρωπαίων Συμμάχων τους, σε δύσκολες για την Ευρώπη ημέρες, έμειναν μόνιμα ανυπεράσπιστοι από τους Δυτικούς, στην εχθρότητα και απειλή των  Τούρκων.

Οι  Έλληνες μένουμε, όχι μόνο αβοήθητοι στην πάλη μας με τους Τούρκους, αλλά ενίοτε παρακολουθούμε με δίκαιο παράπονο τους Δυτικούς, να είναι απροκάλυπτα φιλότουρκοι, προκρίνοντας από την φιλική προς την  Ελλάδα σχέση, τα οικονομικά και άλλα συμφέροντα τους. Τα σχετικά παραδείγματα είναι πολλά. Κάποια από αυτά ήδη τα αναφέραμε. Σήμερα δε, αν και η  Ελλάδα είναι ισότιμο μέλος της Ε.Ε, αφηνόμαστε ουσιαστικά ακάλυπτοι από την Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, στα χέρια μιας επαμφοτερίζουσας ευρωπαϊκής πολιτικής προς την  Ελλάδα και την Τουρκία. Έτσι, ανυπεράσπιστοι ουσιαστικά από τους Ευρωπαίους εταίρους μας, διεξάγουμε αδιάκοπα μόνοι μας «ναυμαχίες»  και «αερομαχίες» στο Αιγαίο, ενώ κάποιες ευρωπαϊκές φωνές  δεν διστάζουν να τίθενται  υπέρ των τουρκικών απαιτήσεων.

4.  Ένα άλλο σπουδαίο μήνυμα, που έρχεται από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου  και τη μεγάλη  Ευρωπαϊκή νίκη του 1571, είναι ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα της ενότητας των Ευρωπαίων Χριστιανών, ανάμεσα στους οποίους ήταν δυναμικά παρόντες και οι  Έλληνες. Ολόκληρη η Χριστιανική Ευρώπη αντιτάχθηκε αποφασιστικά στην Οθωμανική Aυτοκρατορία. Κάτω από το σύμβολο και τη σημαία του Σταυρού, αγωνίσθηκαν Έλληνες,Ιταλοί,Ισπανοί,Γερμανοί,Γάλλοι,Ούγγροι,Πολωνοί κ.λ.π.. Επομένως η σπουδαία επιτυχία που έσωσε την Ευρώπη, ήταν  κατόρθωμα της ενότητας της Χριστιανικής Ευρώπης του 1571.

5. Εκτός όμως από τη συνεργασία και την ενότητα των Χριστιανικών Ευρωπαϊκών λαών, που έρχεται ως μήνυμα από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, προς τους σημερινούς Ευρωπαίους, Δυτικούς και  Ανατολικούς, Βόρειους και Νότιους, το μεγαλύτερο μήνυμά της είναι, ότι η νίκη των χριστιανών δεν ήταν μόνο ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά δώρο του Θεού και θαύμα της Παναγίας. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η νίκη δεν αποδόθηκε ούτε στα όπλα, ούτε στα πλοία, ούτε στην ικανότητα των αρχηγών, αλλά στη δύναμη του Χριστού και στη βοήθεια(Πρεσβείες-θαύμα) της Παναγίας, από την οποία οι χριστιανοί ζήτησαν βοήθεια. Γι  αυτό  πιστεύουμε πως είναι επαινετή και δίκαιη η απόφασης του πρωτεργάτη της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου, Πάπα Πίου του Ε’, να αφιερώσει τη νίκη επίσημα στην «Παναγία την  Ικέτιδα» και να ορίσει να γιορτάζεται ως «Παναγία της Νίκης» κάθε 7  Οκτωβρίου,  όπως και το να κτισθεί Ναός προς τιμήν της.

Αυτή η «Παναγία η  Ικέτιδα» για τους Δυτικούς, η « Παναγία η Δεομένη» για τους  Ορθοδόξους  Έλληνες, συγκεκριμένα η  Παναγία η Ναυπακτιώτισσα, που στέκεται σε στάση ικεσίας και δεήσεως, αυτή που ταυτίσθηκε στη Δύση  με την Παναγία του Ροζαρίου, προστάτευσε την Ευρώπη το 1571 από τους Τούρκους. Πιστεύουμε πως θα έπρεπε να εορτάζεται και στις μέρες μας επίσημα από όλους τους Ευρωπαϊκούς χριστιανικούς λαούς και να αποτελεί σύμβολο ενότητας και συνεργασίας των χριστιανικών χωρών της Ευρώπης. Για μας τους  Έλληνες καιειδικά τους Ναυπακτίους είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι η νίκη στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, οφείλεται στην Παναγία τη Ναυπακτιώτισσα, η οποία ως «Παναγία της Νίκης» τιμήθηκε και στα Επτάνησα, ακόμη και με το κτίσιμο Ναών(όπως π.χ.στην Κεφαλλονιά). Σε σχέση δε με την εποχή μας και την Πατρίδα μας που απειλείται από εξωτερικούς κινδύνους, αξίζει να θυμόμαστε ότι η πίστη στο Χριστό  και η ελπίδα στην προστασία της  Παναγίας είναι το ισχυρότερο στήριγμά μας. Και τούτο διότι  ο Θεός πολλές φορές μας έσωσε από την καταστροφή και η Παναγία η «Υπέρμαχος Στρατηγός», προστάτευσε το  Έθνος μας, όταν σε κινδύνους  κατέφευγε σ  αυτήν.

6.  Τέλος, θέλουμε να υπογραμμίσουμε, όσο μπορούμε, ένα ακόμη μεγάλο μήνυμα που έρχεται από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Αυτό   είναι η ανάγκη για ειρήνη. Ο αναγνώστης βλέποντας την έντονη κριτική, που ασκήθηκε στους Δυτικοευρωπαίους Χριστιανούς, μέσα σ  αυτό το βιβλίο, καθώς  και την αναφορά μας σε ένα πολεμικό γεγονός, που έχει σχέση με την Τουρκία, ας μη βιαστεί να βγάλει εύκολα συμπεράσματα για τις προθέσεις μας. Δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι δεν εμφορούμαστε από θρησκευτικό φανατισμό και μισαλλοδοξία.   Πρόθεσης μας δεν είναι να καλέσουμε τους  Έλληνες και τους άλλους Ευρωπαίους σε μια πολεμική σταυροφορία κατά της Τουρκίας ή γενικά κατά του  Ισλάμ. Και τούτο διότι  δεν πιστεύουμε στον πόλεμο αλλά στην ειρήνη. Πιστεύουμε ότι μπορούν τα προβλήματα να επιλύονται με ειρηνικό τρόπο. Ακόμη κατά τη γνώμη μας, για την Ευρώπη δεν υπάρχει  κίνδυνος από το  Ισλάμ,  μεγαλύτερος από τον κίνδυνο που ενέχει γι΄αυτήν ένας ψεύτικος Χριστιανισμός. Οι χριστιανοί της Ευρώπης, Ορθόδοξοι, Ρωμαιοκαθολικοί, Προτεστάντες, είναι ανάγκη να κατανοήσουν ότι κινδυνεύουν πιο πολύ από τον εαυτό τους. Έγιναν πολλές φορές στην πράξη μουσουλμάνοι. Και ενώ ομολογούν πίστη στο Ευαγγέλιο, ζουν με το κοράνιο. Αντέγραψαν, δηλαδή, τον ισλαμικό ιμπεριαλισμό, παρασύρθηκαν σε ιερούς και θρησκευτικούς πολέμους μεταξύ τους, ανέπτυξαν το αποικιοκρατικό πνεύμα, έγιναν υλιστές και ρατσιστές.  Η Ευρώπη κινδύνευσε  πιο πολύ από τους χριστιανούς, που έζησαν μια λαθεμένη και αιρετική εκδοχή του χριστιανισμού.

Όπως παρατηρεί ο Πρόεδρος της Τσεχικής Δημοκρατίας Β.Χάβελ στο συνέδριο του  Άαχεν (15 Μαΐου 1996), «Η Ευρώπη είναι πάνω από όλα ένας κόσμος αξιών, μια ταυτότητα πνευματική». Η διατύπωσης αυτή οδηγεί στην εκτίμησι ότι η Ευρώπη είναι κάτι πολύ περισσότερο από την οικονομική ένωσι των κρατών της, από την νομισματική ενοποίηση της. Η Ευρώπη είναι ένας κόσμος αξιών, που διαμορφώθηκαν κάτω από το φως του Ευαγγελίου και του Χριστιανισμού και η πολιτισμική και πολιτιστική της ταυτότητα έχει τη σφραγίδα του Χριστιανισμού, την οποία θα πρέπει να διατηρήσει από οποιεσδήποτε νοθεύσεις, κινδύνους ή απειλές.

Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι  σήμερα είναι ανάγκη να γίνει μια μεγάλη σταυροφορία στην Ευρώπη, η οποία να  στοχεύει στην αναζήτηση του αληθινού και ανόθευτου Χριστιανισμού, ο οποίος σέβεται πραγματικά τον Θεό και αγαπά τον άνθρωπο.  Η μεγαλύτερη επιτυχία για την Ευρώπη του 21ΟΥ αιώνα, θα είναι να στραφεί  προς τον αληθινό Θεό.  Έτσι,μόνο, μπορεί να βοηθήσει πραγματικά τους ανθρώπους της.