Go to Top

Βιβλίο Παναγίας Ναυπακτιώτισσας

 Βιβλίο Παναγίας Ναυπακτιώτισσας

ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ

Η πανάρχαια Καστροπολιτεία της Ρούμελης

ΝΑΥΠΑΚΤΙΩΤΙΣΣΑ

ΝΑΥΠΑΚΤΙΩΤΙΣΣΑ

  Η Ναύπακτος είναι μια από τις λιγοστές πόλεις της Πατρίδος μας που κατόρθωσε να επιζήσει μέχρι σήμερα, μέσα από το πέρασμα των χρόνων. Η ίδρυσή της χάνεται στα βάθη των αιώνων, εκεί όπου τα όρια μύθου και πραγματικότητας είναι δυσδιάκριτα. Η ξεχωριστή γεωγραφική της θέση με ιδιαίτερη στρατηγική, εμπορική και πολιτιστική σημασία, καθώς και εύκρατο και υγεινό κλίμα, έκαναν από την αρχαιότητα την ιστορική πόλη του Κορινθιακού κόλπου, «μήλον της έριδος» για πολλούς λαούς. Κατά καιρούς κατακτήθηκε από διάφορους κατακτητές, που προσπάθησαν να αλλοιώσουν τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα, γενικά το πολιτισμό του λαού των Ναυπακτίων, αλλά χωρίς ουσιαστικά  αποτελέσματα. Επίσης κατά καιρούς, η πόλη της Ναυπάκτου και η ευρύτερη περιοχή της, υπέστη καταστροφές από σεισμούς, επιδημίες, πυρπολήσεις και λεηλασίες.

  Στην μακρόχρονη ιστορική διαδρομή της, η Ναύπακτος εμφανίζεται με διάφορες ονομασίες: Ελληνικά ονομαζόταν Ναύπακτος ή Έπακτος, οι Φράγκοι την αποκαλούσαν Nopant ή Naupatas, οι Ενετοί Lepanto, οι Τούρκοι Inebacte και οι πειρατές «Μικρό Αλγέρι». Η ελληνική ονομασία Ναύπακτος προέρχεται από την σύνθεση δύο άλλων αρχαίων ελληνικών λέξεων. Του ουσιαστικού ναύς  και του ρήματος πήγνυμι. Ναύς σημαίνει πλοίο και πήγνυμι σημαίνει κατασκευάζω. Ναύς + πήγνυμι = κατασκευάζω πλοία. Έχει δηλαδή την ίδια έννοια με την λέξη ναυπηγείο, αφού η Ναύπακτος στην αρχαιότητα ήταν ναυπηγείο. Η άλλη ελληνική ονομασία Έπακτος ή Έπαχτος, προέρχεται και αυτή από την σύνθεση δύο άλλων αρχαίων ελληνικών λέξεων. Της προθέσεως επί  και του ουσιαστικού ακτή.  Επί + ακτή = Επίακτής= Έπακτος. Η Ιταλική ονομασία Λεπάντο προέρχεται μάλλον από παραφθορά της ονομασίας Έπακτος. Στην αρχή τοποθετήθηκε το ιταλικό άρθρο Le και η ονομασία Έπακτο. Le + epakto = Lepanto. Επάνω από την παλιά πόλη ορθώνεται αγέρωχο και επιβλητικό το ξακουστό Κάστρο της Ναυπάκτου. Δημιουργήθηκε για πρώτη φορά από τους Πελασγούς, οι οποίοι στην κορυφή του λόφου έκτισαν τείχος με τεράστιους ογκόλιθους. Στη συνέχεια πρόσθεσαν οχυρωματικά έργα Δωριείς, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Ενετοί και Τούρκοι. Είναι το μοναδικό στην Ευρώπη Κάστρο, με πέντε αμυντικές ζώνες από το λιμάνι μέχρι την κορυφή του λόφου.

(φωτογρ. & λεζάντα  από το Βιβλίο Παναγία Ναυπ/σσα σελ. 16)

Α. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

1. Αρχαίοι χρόνοι

Η αρχική ύπαρξη της Ναυπάκτου σχετίζεται με τους Οζόλες Λοκρούς, οι οποίοι στην αρχαιότητα ταυτίζονται με τους Λέλεγες, που και αυτοί με τη σειρά τους από διάφορους ιστορικούς, ταυτίζονται με τους αρχαίους Πελασγούς. Στα τέλη του 13ου π.Χ. αιώνος κατέβηκαν στη Ναύπακτο οι Ηρακλείδες (Δωριείς) και το 1114 π.Χ. ναυπήγησαν πλοία, για να περάσουν με οδηγό τον αρχηγό τους Όξυλο, απέναντι στη Πελοπόννησο. Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος ο Λοκρικός αυτός ναυτικός οικισμός, πήρε την ονομασία Ναύπακτος (ναυς + πήγνυμι = κατασκευάζω πλοίο).
Το 454 π.Χ. ο Αθηναίος ναύαρχος Τολμίδης κυρίεψε την Ναύπακτο και αφού εξεδίωξε τους Λοκρούς κατοίκους της, εγκατέστησε στη πόλη τους συμμάχους του Μεσσηνίους, οι οποίοι είχαν εκπατριστεί από τους Σπαρτιάτες. Αργότερα όμως οι Σπαρτιάτες εξεδίωξαν τους Μεσσηνίους από την Ναύπακτο και επανέφεραν τους Λοκρούς. Λίγο μετά κατέλαβαν τη Ναύπακτο οι Αχαιοί και το 361 π.Χ. ο Θηβαίος Επαμεινώνδας. Το 338 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος πολιόρκησε και εκπόρθησε το φρούριο της πόλεως, κατέλαβε τη Ναύπακτο και την πρόσφερε δώρο στους συμμάχους του Αιτωλούς.

2. Ρωμαϊκοί – Βυζαντινοί χρόνοι

Από το 146 π.Χ. που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα, η Ναύπακτος περιήλθε στα χέρια των Ρωμαίων. Το 31 π.Χ. ο Αυτοκράτορας Αύγουστος την ανέδειξε πρωτεύουσα της Αιτωλίας. Το 396 μ.Χ. η Ναύπακτος λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, ενώ πολλοί κάτοικοι θανατώθηκαν. Το 450 μ.Χ. οι βάρβαροι Ούνοι κατέστρεψαν την πόλη και λίγο αργότερα ο Γενζέριχος με τους Βανδάλους του ολοκλήρωσαν την καταστροφή.
Τον 8ο μ.Χ. αιώνα η Ναύπακτος αναδείχθηκε πρωτεύουσα και έδρα του 5ου θέματος της κυρίας Ελλάδος, που περιελάμβανε την Αττική, Βοιωτία, Φωκίδα, Λοκρίδα, Εύβοια, Αίγινα και Αιτωλοακαρνανία. Αργότερα κατά καιρούς η Ναύπακτος και η περιοχή της λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από Σλάβους, Βούλγαρους, Σαρακηνούς, Ούνους και Νορμανδούς.

3. Ενετική και Τουρκική κατοχή

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους (1204), η Ναύπακτος περιήλθε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Το 1294 ο Δεσπότης Νικηφόρος την παραχώρησε ως προίκα στον Ανδεγαυό Φίλιππο Ταραντίνο, ο οποίος έκανε σημαντικά οχυρωματικά έργα στο Κάστρο. Το 1338 την κατέλαβαν οι Αλβανοί με τον αρχηγό τους Γκίνο Μπούα Σπάτα και το 1406 οι Ενετοί, οι οποίοι την εξωράϊσαν και την οχύρωσαν.
Το 1499 ήλθε η σειρά των Τούρκων, οι οποίοι την κατέλαβαν με τον Σουλτάνο Βαγιαζίτ Β΄, για να αποκτήσουν και πάλι την κυριαρχία της πόλεως οι Ενετοί το 1687 με τον ναύαρχο Μοροζίνι. Με την συνθήκη του Κάρλοβιτς (1700) οι Τούρκοι επανήλθαν και παρέμειναν μέχρι τις 18 Απριλίου 1829, οπότε η Ναύπακτος ελευθερώθηκε οριστικά και στο ξακουστό Κάστρο της υψώθηκε η Ελληνική σημαία. (φωτογρ. & λεζάντα από το Βιβλίο Παναγία Ναυπ/σσα σελ. 18)

Β ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙAΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

1. Επισκοπή Ναυπάκτου

Σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς, και με τοπικές παραδόσεις η Ναύπακτος υπήρξε έδρα Επισκοπής από το 197 μ.Χ. με Επίσκοπο τον Καλλικράτη και ο Επίσκοπος Ναυπάκτου συμμετείχε στις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα πάλι με άλλους ιστορικούς μελετητές, έδρα Επισκοπής στη Ναύπακτο μαρτυρείται από τα μέσα του 4ου μ.Χ. αιώνος, με πρώτο γνωστό Επίσκοπο τον Μαρτύριο, ο οποίος το 343 έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Σαρδικής. Ο εκάστοτε Επίσκοπος Ναυπάκτου, που υπαγόταν στον Μητροπολίτη Κορίνθου, έφερε τον τίτλο «έξαρχος πάσης Αιτωλίας». Άλλοι γνωστοί ιεράρχες της Επισκοπής Ναυπάκτου είναι ο Καλλικράτης (431), ο Ειρηναίος (451) και ο Αντώνιος (870).

2. Μητρόπολις Ναυπάκτου

Μεταξύ των ετών 896 και 900 η Επισκοπή Ναυπάκτου αποσπάστηκε από τον Μητροπολίτη Κορίνθου και ανυψώθηκε σε Μητρόπολη Παλαιάς Ηπείρου. Στη Μητρόπολη αυτή υπάγονταν οι εξής δέκα Επισκοπές: Άρτης, Ιωαννίνων, Δρυϊνουπόλεως, Χειμάρρας, Βουθρωτού, Φωτικής, Βονδίτζης, Αετού, Αχελώου και Ρωγών. Ως έδρα Μητροπόλεως η Ναύπακτος γνώρισε μεγάλη εκκλησιαστική ακμή και αίγλη. Γνωστοί επιφανείς ιεράρχες της περιόδου αυτής είναι ο Κωνσταντίνος Μανασσής (1175;-1187;), ο Ανδρέας Τζίρος (1187;-1199;), ο πολύς Ιωάννης Απόκαυκος (1199-1232) και ο Ιωάννης Ξηρός (1236-1272;).

3. Μητρόπολις Ναυπάκτου και Άρτης

Με τη κατάληψη της Ναυπάκτου το 1294 από τους Ιταλούς και την εγκατάσταση Λατίνου Αρχιεπισκόπου στη πόλη (1307), η παραμονή του Μητροπολίτου Ναυπάκτου στην έδρα του έγινε προβληματική. Γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς ως έδρα της Μητροπόλεως και η Άρτα. Μητροπολίτες Ναυπάκτου και Άρτης διετέλεσαν κατά καιρούς εξέχουσες προσωπικότητες με πλούσιο συγγραφικό έργο, όπως ο Δαμασκηνός Στουδίτης (1574-1577), ο Μελέτιος Μήτρου (1691-1676), ο Νεόφυτος Μαυρομμάτης (1703-1722), ο Ιγνάτιος ο μετέπειτα Ουγγροβλαχίας (1794-1805) και άλλοι.

4. Μητρόπολις Ναυπακτίας και Ευρυτανίας

Μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους, με Διάταγμα του 1833 η επαρχία Ναυπακτίας και οι επαρχίες Ακαρνανίας, Μεσολογγίου και Αγρινίου, απετέλεσαν την «Επισκοπή Ακαρνανίας και Αιτωλίας» με έδρα το Μεσολόγγι. Το 1852 η Ναυπακτία απεκόπη από την Επισκοπή αυτή και μαζί με την Ευρυτανία απετέλεσαν την Επισκοπή Ναυπακτίας και Ευρυτανίας με θερινή έδρα το Καρπενήσι και χειμερινή έδρα τη Ναύπακτο. Το 1923 η Επισκοπή ονομάστηκε δια νόμου Μητρόπολις και ορίστηκε έδρα της η Ναύπακτος. Το 1932 η Μητρόπολις Ναυπακτίας και Ευρυτανίας καταργήθηκε προσωρινά, αφού το επόμενο έτος (1933) ανασυστήθηκε πάλι και διατηρήθηκε έτσι μέχρι το 1978. Το έτος αυτό η Ευρυτανία απετέλεσε ξεχωριστή Μητρόπολη και η Ναυπακτία μαζί με τον δήμο Παρακαμπυλίων της επαρχίας Τριχωνίδος, απετέλεσαν την Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου.

Γ.ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΙΩΤΙΣΣΑΣ

Στη πόλη Παλέρμο της Σικελίας, στο αρχείο της Regia Capella Palatina (Κρατικό Μουσείο του Παρεκκλησίου του Παλατιού) του Παλέρμο, φυλάσσεται από αιώνες δίφυλλη πολυτελής Ελληνική περγαμηνή, που περιέχει αντίγραφο του καταστατικού Θρησκευτικής Αδελφότητος του ΙΑ΄αιώνος, καθιερωμένης στη τιμή και προσκύνηση της εικόνος της «Υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης». Η περγαμηνή αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό και θρησκευτικό ενδιαφέρον και από το κείμενό της αντλούμε πρωτότυπες και χρήσιμες πληροφορίες, για τη σύσταση και τη δράση της Αδελφότητος αυτής στην περιοχή των Θηβών, όχι όμως και για την σχέση της προς την Ναύπακτο, απ’ όπου πήρε το όνομά της. Από μεταγενέστερες όμως πηγές και ιδιαιτέρως των χρόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, οπότε τον μητροπολιτικό θρόνο της Ναυπάκτου ελάμπρυνε η μεγάλη μορφή του Ιωάννου Αποκαύκου, εξάγουμε στοιχεία τα οποία μας επιτρέπουν να συσχετίσουμε την περγαμηνή του Παλέρμου και την Αδελφότητα των Θηβών, με την πόλη της Ναυπάκτου. Η λειτουργική τιμή της εικόνας της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, ήταν οπωσδήποτε διαδεδομένη πολύ πριν τον ΙΑ΄ αιώνα και σε άλλα μέρη εκτός της Βοιωτίας. Χαρακτηριστική είναι η γνώμη του C.A. Garufi ότι η Παναγία της Ναυπάκτου, «έσχε λατρείαν πολύ εκτεταμένην και διάφορα Μοναστήρια ανδρών και γυναικών εις όλην σχεδόν την Βυζαντινήν Αυτοκρατορίαν…». Είναι δε απορίας άξιον το γεγονός, ότι η μνήμη και η φήμη της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, έχει περισωθεί μόνο στα αιωνόβια φύλλα της περγαμηνής του Παλέρμου και όχι στη μνήμη και την παράδοση των Ναυπακτίων ή των Θηβαίων. Πάντως η ιδιαίτερη τιμή της Παναγίας στη Ναύπακτο θα έπρεπε να έφτανε μέχρι και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αφού στην κοσμοβόητη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) διάχυτη ήταν η πεποίθηση, ότι «όχι η ανδρεία, ούτε τα όπλα, ούτε οι ηγέτες, αλλά η ΠΑΝΑΓΙΑ έδωσε τη νίκη» στις ενωμένες Χριστιανικές δυνάμεις.

Η Θρησκευτική Αδελφότητα Της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης

Η ύπαρξη Θρησκευτικών Αδελφοτήτων στα Βυζαντινά χρόνια σπανίζει. Το καταστατικό όμως της Αδελφότητος της «Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης» με τις σαρανταεννέα υπογραφές, (19 υπογραφές κληρικών και 30 υπογραφές λαϊκών), φανερώνει καθαρά την ύπαρξη Θρησκευτικής Αδελφότητος, με μέλη κληρικούς και λαϊκούς. Σύμφωνα με μαρτυρία του καταστατικού της, η Αδελφότητα συστήθηκε το έτος 6.556 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το 1048 μ.Χ. Ο Ναυπάκτιος Ακαδημαϊκός Λογοτέχνης Γ. Αθανασιάδης – Νόβας γράφει: «εαν η ίδρυσις της Αδελφότητος είχε συμπέσει βραδύτερον, μετά δηλαδή την εισβολήν των Νορμανδών εις την Στερεάν Ελλάδα ή ακόμη βραδύτερον μετά την κατάληψιν αυτής υπό των Λατίνων, οπότε και θρησκευτικάς διώξεις υπέστησαν οι ορθόδοξοι, θα μπορούσε να εξηγηθεί ως εκδήλωσις αντιδράσεως, ως προσπάθεια συσπειρώσεως των ορθοδόξων δια να ανταπεξέλθουν εις περικυκλούντας κινδύνους. Αλλά είναι, ως ελέχθη, αναμφισβήτητον ότι η Αδελφότης «Παναγία η Ναυπακτιώτισσα» συνεστήθη κατά το πρώτον ήμισυ του ΙΑ΄ αιώνος, οπότε, βασιλεύοντος εις το Βυζάντιον του Κωνσταντίνου Μονομάχου, το θρησκευτικόν αίσθημα ήτο αναζωπυρωμένον και η ορθόδοξος εκκλησία διήνυε περίοδον ανανεωμένης ακμής». Το καταστατικό υπογράφηκε «εν τω ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μίας και ασυγχύτου, και Βασιλείου αρχής» και η Αδελφότητα τέθηκε κάτω από την σκέπη και την προστασία της εικόνας «της υπεράγνου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, της και την στάσιν εχούσης εν τω ναώ του πανενδόξου και αρχιστρατήγου Μιχαήλ του τιμωμένου εν τη των Ναυπακτιτισσών μονή κατά την του Γυρίου γειτονίαν». Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι το κέντρο της όλης ζωής και δραστηριότητας της Αδελφότητας, αποτελούσε η εικόνα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, η οποία βρισκόταν μόνιμα στο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη γυναικεία μονή των «Ναυπακτιτισσών». Ο τόπος της κυρίως έδρας και δράσεως της Αδελφότητος, είναι ένα θέμα που απασχόλησε την έρευνα. Παλαιότεροι Ιταλοί ερευνητές θέλησαν να συσχετίσουν το εν λόγω καταστατικό, με Εκκλησιαστική Αδελφότητα και ιερά ιδρύματα της Σικελίας και δη του Παλέρμου, προφανώς εκμεταλλευόμενοι το γεγονός, ότι αυτό από αιώνες φυλάσσεται εκεί. Μία τέτοια όμως συσχέτιση δεν ευσταθεί και κλονίζεται από το ίδιο το καταστατικό, το οποίο σαφώς αναφέρεται σε καταστάσεις της κυρίως Ελλάδος και μάλιστα της Βοιωτίας. Σ’ αυτό ορίζεται να μνημονεύωνται στις λατρευτικές τελετές της Αδελφότητος, οι Μητροπολίτες Θηβών και οι ηγούμενοι της Μονής του Οσίου Λουκά του Στειριώτου. Ο Ακαδημαϊκός Ν. Βέης σε σχετική μελέτη του, εντοπίζει την ύπαρξη και τη δράση της Αδελφότητος στην περιοχή των Θηβών, υποστηρίζοντας την άποψη, ότι το μνημονευόμενο στο καταστατικό «Γύριον» δεν είναι άσχετο με το τοπωνύμιο Πολυγύρα, στο προάστειο των Θηβών Άγιοι Θεόδωροι, όπου μάλιστα υπάρχουν λείψανα Βυζαντινών χρόνων. Το έργο της Αδελφότητος ήταν καθαρά πνευματικό και ψυχωφελές και είχε χαρακτήρα πνευματικής και ηθικής αλληλοβοηθείας των μελών της. Το μεγαλύτερο τμήμα του καταστατικού, αναφέρεται σε θέματα σχετικά με τον εορτασμό της ιεράς εικόνος, στις ευθύνες και στις υποχρεώσεις των μελών προς την Αδελφότητα και αντιθέτως στις υποχρεώσεις της Αδελφότητος προς τα μέλη. Κάθε μήνα η εικόνα της Παναγίας περιφερόταν σε όλα τα σπίτια των μελών και τιμόταν με ιερές τελετουργίες. Το καταστατικό όριζε χαρακτηριστικά: «Πρό μεν άλλου παντός, κοινώς άπαντες άπαξ εκάστου μηνός εν η εκκλησία της στάσεως έτυχεν, εκείθεν δε μεθ’ ιερών ύμνων ταύτην λαμβάνοντες, απαγώμεν όπου αν ετοιμάσει εις εξ ημών την μηνιαίαν στάσιν αυτής. Εκείθεν δε πάλιν προς ετέραν όπου ο έτερος και καθεξείς τροχικώς εως αν η όλη αδελφότης εκμετρηθή: την πάσαν υπηρεσίαν ποιούντος εκάστου ημών εν τη αυτή αγία εικόνι κατά το όλον μηνιαίον διάστημα». Σε περιπτώσεις παρεκτροπών ή και διαφωνιών κάποιου μέλους, η Αδελφότητα μπορούσε να το διαγράψει από τη δύναμή της. Τέλος η Αδελφότητα είχε την μέριμνα για την ταφή και τα μνημόσυνα των μελών της, σύμφωνα πάντα με τις συνήθειες και την παράδοση της Εκκλησίας.

Η περγαμηνή της Capella Palatina του Παλέρμου

Η περγαμηνή της Σικελικής πρωτεύουσας είναι από τις αρχαιότερες Ελληνικές περγαμηνές που υπάρχουν στη Σικελία. Πρόκειται για αντίγραφο του αρχικού καταστατικού της Αδελφότητος των Θηβών και πιθανώς γράφηκε μεταξύ ετών 1060 – 1068, αν και αρχικά είχε χρονολογηθεί στον ΙΒ΄ αιώνα. Επί κεφαλής φέρει μικρογραφία της Θεοτόκου, η οποία «παρίσταται ορθία επί μαρμαροθετημένου δαπέδου φέρουσα φεγγείον, κυανούν επενδύτην και πορφυράν χλαμύδα, τα χρώματα ως γνωστόν που είχε καθιερώσει δια τας επισήμους τελετάς Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος». Η εικόνα θα πρέπει να έχει φιλοτεχνηθεί συγχρόνως με την γραφή του κειμένου. Αντιθέτως μεταγενέστερο είναι το σημείωμα, που είναι γραμμένο στην επάνω δεξιά γωνία της περγαμηνής: «Capitula confraternitatis ve nerabilis imaginiw S. Marie collocate in templo Sancti Michaelis Naupactitesse Panormi» (Κεφάλαιο της Αδελφότητος της σεπτής εικόνος του Αγίου Μιχαήλ των Ναυπακτιτισσών στο Πάνορμο). Το σημείωμα αυτό αποδίδει την Αδελφότητα στο Πάνορμο, (αρχαία ονομασία του Παλέρμου), αλλά όπως είδαμε πιο πάνω, κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται καθόλου προς τα πράγματα, διότι ο Ναός του Αγίου Μιχαήλ ήταν παρεκκλήσιο της Μονής των Ναυπακτιτισσών στην Θήβα και όχι στο Πάνορμο (Παλέρμο). Η Παναγία είναι ζωγραφισμένη σε στάση δεήσεως και όπως παρατηρεί ο Ν. Βέης υπενθυμίζει τοιχογραφία του ΙΔ΄ αιώνος στο παλαιό Καθολικό της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Μετεώρων, με τον χαρακτηρισμό: Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ. Αργότερα βέβαια η απεικόνιση αυτή της Παναγίας συναντάται σε πολλές περιπτώσεις. Πάντως είναι σίγουρο, ότι ο τύπος της Δεομένης Θεοτόκου, ήταν καθιερωμένος από τα μέσα του ΙΑ΄ αιώνος. Χωρίς αμφιβολία η εικόνα της Θεοτόκου στην περγαμηνή του Παλέρμου, είναι ακριβές και πιστό αντίγραφο της εικόνας της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, γύρω από την οποία συστήθηκε η Αδελφότητα και η οποία βρισκόταν στη Μονή των «Ναυπακτιτισσών» στη Θήβα. Εαν η περγαμηνή είχε συντηρηθεί καλύτερα, η εικόνα θα διατηρούσε ακόμη περισσότερο την ωραιότητα και την πιστότητα του πρωτοτύπου. Η γλώσσα του κειμένου είναι η αρχαϊζουσα φιλολογική, που αντικατέστησε τη λαϊκή γλώσσα της εποχής, όταν ο Χριστιανισμός προσείλκυσε τις λαϊκές τάξεις και άρχισε να κατακτά τους μορφωμένους Ελληνόφωνους. Διατηρεί τους τύπους της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, παίρνει όμως και στοιχεία της Βυζαντινής εποχής, ιδιαιτέρως στις καταλήξεις. Η γραφή σε ορισμένα σημεία του κειμένου σε συνδυασμό με την παλαιότητα της περγαμηνής, παρουσιάζει δυσκολία αναγνώσεως, χωρίς όμως αυτό να δυσχεραίνει ή να εμποδίζει την επακριβή ανάγνωση και κατανόηση του καταστατικού. Εντύπωση προξενεί το πως η δίφυλλη περγαμηνή με το καταστατικό της Βοιωτικής Αδελφότητος, βρίσκεται στο αρχείο της Cappella Palatina του Παλέρμου. Θεωρείται σίγουρο ότι είναι καρπός πολεμικών επιδρομών και λεηλασιών στην περιοχή της Βοιωτίας. Όπως είναι γνωστό, η Θήβα που τότε είχε μεγάλη εμπορική ακμή, κατελήφθηκε το 1147 από τους Νορμανδούς του Ρογήρου Β’, ο οποίος μάλιστα συμβαίνει να είναι κτίτορας της Capella Palatina του Παλέρμου. Πιθανώτατα λοιπόν, μεταξύ των πολυτίμων λαφύρων των κατακτητών, να ήταν και η σχετική με την Αδελφότητα περγαμηνή η οποία κατέληξε στη Σικελία. Βέβαια ίσως αυτό να έσωσε την πολύτιμη περγαμηνή από τους ποικίλους κινδύνους της πολυπαθούς Βοιωτίας. Μαζί με την περγαμηνή, διόλου περίεργο να εκλάπη από τους Νορμανδούς και η περικαλλής εικόνα της Παναγίας και Κύριος οίδεν που μπορεί να βρίσκεται κρυμμένη μέχρι αυτή τη στιγμή.

strong style=»font-size: 1.2em;»>Ο Μητροπολιτκός Ναός της Ναυπάκτου

Το γεγονός ότι η Αδελφότητα των Θηβών, αν και δρούσε στη Βοιωτία, τελούσε υπό την προστασία της Παναγίας της «Ναυπακτιτίσσης», μας επιτρέπει να την συνδέσουμε με την πόλη της Ναυπάκτου, και την ιστορία της. Όταν Αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Κωνσταντίνος Η’ (1026 μ.Χ.), τη Ναύπακτο διοικούσε τυραννικά κάποιος Γεώργιος. Η απάνθρωπη τακτική, και οι δυσβάστακτοι φόροι του δυνάστη, προκάλεσαν το μίσος των Ναυπακτίων, που καραδοκούσαν την ευκαιρία απαλλαγής από το μισάνθρωπο βασανιστή τους Μωρογιώργο, όπως τον ονόμαζαν περιφρονητικά. Έτσι κάποια νύκτα, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη, οι Ναυπάκτιοι ξεσηκώθηκαν και αφού εξουδετέρωσαν τη φρουρά, σκότωσαν το Μωρογιώργο και λεηλάτησαν την περιουσία του. Τμήμα στρατού του Αυτοκράτορα τότε έσπευσε στη Ναύπακτο, και διέπραξε ανήκουστα εγκλήματα σε βάρος των κατοίκων. Το αποκορύφωμα της βίας ήταν ο δημόσιος εξευτελισμός και η τύφλωση του Μητροπολίτου στην πλατεία, μπροστά στους έντρομους κατοίκους. Μετά την αποτυχημένη αυτή επανάσταση, πολλοί Ναυπάκτιοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Θηβών. Ίσως λοιπόν αυτοί οι Ναυπάκτιοι δημιούργησαν την Αδελφότητα της Ναυπακτιωτίσσης. Υπάρχει όμως και η άλλη πιθανή άποψη, που λέει ότι η δημιουργία της Αδελφότητος στη Θήβα, είναι αποτέλεσμα της εκτεταμένης φήμης της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης σε πολλούς τόπους. Επί πλέον η Μονή στην οποία φυλασσόταν η εικόνα της Παναγίας, στο καταστατικό αναφέρεται ως Μονή «των Ναυπακτιτισσών». Είναι σίγουρο ότι η Μονή πήρε την προσωνυμία αυτή, επειδή η εικόνα της Θεοτόκου προερχόταν από την Ναύπακτο. Ίσως όμως από την Ναύπακτο να προέρχονταν και οι μοναχές – αν όχι όλες, τουλάχιστον οι περισσότερες – της Μονής. Σχετικά με το θέμα μας είναι οι πληροφορίες που έχουμε από διάφορες πηγές, για τον Μητροπολιτικό Ναό της Ναυπάκτου. Σύμφωνα με αυτές ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Θεοτόκο. Σε «Χρυσόβουλον» (Βασιλικόν Διάταγμα) του Θεοδώρου Αγγέλου Κομνηνού Δούκα, που εξεδόθη τον Μαϊο του 1228, γίνεται χαρακτηριστική αναφορά για τον Μητροπολιτικό Ναό της Ναυπάκτου. Σ’ αυτό δηλώνει την απόφασή του, να βοηθήσει οικονομικά τον Μητροπολιτκό Ναό Ναυπάκτου σαν αφιέρωμα προς την τιμωμένη, μέσα σ’αυτόν, Μητέρα του Κυρίου, προς την οποίαν τρέφει ιδιαίτερη ευσέβεια μαζί με τον Θεό. «Συνεισφέρει δε τη μητροπόλει ταύτη (της Ναυπάκτου) και δι αυτής τη τιμωμένη εν ταύτη πανυμνήτω του Κυρίου μητρί, δι ήν έχει πάντως προς το θείον ευσέβειαν…». Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιωάννης Απόκαυκος, έκανε πολλές προσπάθειες για την ανακαίνιση του ναού αυτού, ο οποίος «εκ χρόνου» και εκ «σεισμών» είχε μεγάλες ανάγκες επισκευής. Σε επιστολή του μάλιστα προς τον Επίσκοπο Βονδίτζης, ο Απόκαυκος ζητάει την βοήθειά του και γράφει χαρακτηριστικά: «Θεού δε εστί και της υπεράγνου τούτου μητρός τελειώσαι τα πάντα». (φωτογρ. Και λεζάντα από το βιβλ. Παναγία σελ. 35) Σε άλλη του επιστολή προς τον Ευθύμιο Τορνίκη ο Απόκαυκος γράφει, ότι τον απασχολεί το πρόβλημα της αποπερατώσεως του μητροπολιτικού ναού της Θεοτόκου στη Ναύπακτο και παρακαλεί τον Τορνίκη να φέρει στη Ναύπακτο τον ζωγράφο Νικόλαο (από τον Εύριπο της Ευβοίας) για την αγιογράφηση του ναού. Ο συμπατριώτης μας Ακαδημαϊκός Λογοτέχνης Γεώργιος Αθανασιάδης – Νόβας αναφέρει ότι στην περιοχή του Α’ Δημοτικού σχολείου Ναυπάκτου, όταν αυτό κτιζόταν, είχε δεί μωσαϊκό δάπεδο και μαρμάρινα ερείπια μεγάλου χριστιανικού ναού. Κατά την άποψή του πρόκειται για τον μητροπολιτικό ναό της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης. Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε ολόκληρο το συμπέρασμα της σχετικής ανακοινώσεως του στο 8ο Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών στο Παλέρμο: «….Και τούτο ήθελα, καταλήγων, να ανακοινώσω εις το Συνέδριον, από υποχρέωσιν και προς την πόλιν, η οποία με εγέννησε και προς την πόλιν, η οποία φιλοξενεί σήμερον τόσον εγκαρδίως το Συνέδριόν μας, φιλοξενεί όμως από οκτώ ολοκλήρων αιώνων τόσον ευλαβώς και το γραπτόν μνημείον της ιστορικής υπάρξεως της Παναγίας Ναυπακτιωτίσσης. Να ανακοινώσω δηλαδή, ότι εγώ ο ίδιος ενθυμούμαι το μωσαϊκόν δάπεδον και τα μαρμάρινα ερείπια μεγάλου χριστιανικού ναού, τα οποία είχον έλθη εις φώς, όταν, προ πεντήκοντα περίπου χρόνων, εκτίζετο το πρώτον Δημοτικόν Σχολείον Ναυπάκτου. Δυστυχώς οι τότε Άρχοντες της πόλεως, φοβούμενοι μήπως ματαιωθή η ανέγερση του σχολείου, είχον επικαλύψει εν σπουδή τα απροόπτως ανακύψαντα από την σποδόν των αιώνων αρχαιολογικά ευρήματα χωρίς να ανακοινώσουν την ύπαρξί των. Μόνον μερικοί σπόνδυλοι υψηλών μαρμαρίνων κιόνων εχρησιμοποιήθηκαν εις τον παρακείμενον ναόν Αγίας Παρασκευής. Και έτσι η ευκαιρία να επανέλθη εις το φώς της ζωής η Παναγία Ναυπακτιώτισσα εματαιώθη τότε από την Μοίραν. Είμαι προσωπικώς βέβαιος ότι εκείνα είναι, ότι εκεί, που αναφέρω, είναι θαμμένα τα ερείπια του Ναού της Παναγίας Ναυπακτιωτίσσης, πανελληνίου προσκυνήματος του ΙΑ΄ αιώνος, όπως είμαι βέβαιος ότι παραπλεύρως και προς ανατολάς του επιχωθέντος ναού υπήρχε το Μητροπολιτικόν Μέγαρον του Αποκαύκου ή, όπως ο ίδιος γράφει εις μίαν από τας τόσον γλαφυράς επιστολάς του, το Ανακτορίδιον του, οπόθεν, αναρρώσας, κάποιο γλυκύ έαρ, έπειτα από την περίφημον έριδά του με τον αδελφόν του Δεσπότου Κωνσταντίνον Δούκαν, «εξήλθε προς αγρόν και ύδωρ πίνει ψυχρόν και των αηδόνων ακούει και ο χθές νεκρός άρτι κινείται». Πολλά αρχαιολογικά θραύσματα χριστιανικής εποχής, μαρμάρινοι κιονίσκοι, υπέρθυρα, τεμάχια διλόβων παραθύρων, ανευρεθέντα κατά καιρούς εις την θέσιν όπου κείται σήμερα ο κήπος Νόβα (σημ. το Ξενοδοχείο Ξενία) καθώς και η αμετάβλητος του «αγρού» φυσιογνωμία μας πείθουν αδιστάκτως ότι εκεί εκείτο το Ανακτορίδιον του Αποκαύκου. Μεταξύ δε αυτού και του δυσμάς βυζαντινού επίσης ναού του Σωτήρος, πλινθόκτιστα απομεινάρια του οποίου ίσως σώζονται ακόμη επί τόπου, έκειτο ο Ναός της Παναγίας Ναυπακτιωτίσσης». Αντιθέτως ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θες/νίκης κ. Βασίλειος Κατσαρός διατυπώνει μία άλλη άποψη: «Καθώς οι περιγραφές του παλαιοχριστιανικού μνημείου ανταποκρίνονται στα όσα μας παραδίδονται στις αρχές του 13ου αιώνος από τον Ιωάννη Απόκαυκο και από το γεγονός ότι η βασιλική «μεγάλων διαστάσεων και πολυτελούς κατασκευής», ταιριάζει με την ανάλογη παρουσία ενός μητροπολιτικού μεγάλου ναού, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι η παλαιοχριστιανική βασιλική της οδού Καπορδέλη 4 (οικόπεδο Π. Βέργου) στη Ναύπακτο δεν είναι παρά ο μεγάλος ναός της «Παναγίας Ναυπακτιωτίσσης». (φωτογρ. Και λεζάντα από βιβλ.Παναγίας σελ. 37) Εαν η άποψη του Β. Κατσαρού είναι ορθή, τότε σύμφωνα με τα δεδομένα των ανασκαφών στον χώρο αυτό, ο ναός της Παναγίας ήταν κτίσμα του 5ου αιώνα, πεντάκλιτη με εγκάρσιο, πιθανώτατα, κλίτος και μάλλον καταστράφηκε από σεισμό. Πάντως η πρωτότυπη εικόνα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, βρισκόταν στον μητροπολιτικό ναό της Παναγίας στη Ναύπακτο και αποτελούσε το ιερό καύχημα της πανάρχαιας και ιστορικής αυτής πόλεως. Η εικόνα της Παναγίας στη Μονή των Θηβών, ίσως να ήταν ένα πιστό αντίγραφό της, ή ακόμη-ακόμη και αυτή η ίδια η πρωτότυπη εικόνα της Ναυπάκτου, η οποία υπό άγνωστες συνθήκες είχε μεταφερθεί κάποια χρονική στιγμή στη Θήβα.

Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου (Battaglia di Lepanto) και η τιμή της Παναγίας της Ναυπάκτου στη Δύση

Στις 7 Οκτωβρίου 1571 στα νερά του κόλπου της Ναυπάκτου πραγματοποιήθηκε μία από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις της παγκοσμίου πολεμικής ναυτικής ιστορίας, η περίφημη σ’ ολόκληρο τον κόσμο και ιδιαιτέρως στην Ευρώπη, ναυμαχία της Ναυπάκτου ή του Λεπάντο. Ο στόλος της συνασπισμένης Χριστιανικής Ευρώπης με αρχηγό έναν 24χρονο πρίγκιπα, τον Δον Ζουάν (ή Χουάν) της Αυστρίας (Don Juan d’ Austria, 1547-1578), συνέτριψε τον πανίσχυρο μέχρι τότε Τουρκικό στόλο, στον οποίο στηριζόταν πολύ ο Οθωμανικός επεκτατισμός προς τη Δύση. Με την άνοδο στο θρόνο της Τουρκίας του Σουλτάνου Σουλεϊμάν Α’ του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566), πραγματοποιήθηκε μια σειρά από μεγάλες Τουρκικές κατακτήσεις, ώστε λίγο μετά τα μέσα του 16ου αιώνος η Τουρκία έφτασε στη μεγαλύτερή της δύναμη και ακμή. Η Ρόδος, το Ναύπλιο και το Αιγαίο περιήλθαν οριστικά στους Τούρκους, οι οποίοι στη συνέχεια στράφηκαν προς τη βόρειο Βαλκανική. Μετά συνέχισαν προς την Ουγγαρία και το Σεπτέμβριο του 1529 έφτασαν μπροστά στα τείχη της Βιέννης. Οθωμανικές επιτυχίες σημειώθηκαν επίσης στα νησιά του Ιονίου (1537) και στη βόρειο Αφρική (1551), ενώ το 1570 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Λευκωσία και τη Αμμόχωστο, τελευταίο ισχυρό φρούριο των Ενετών στην ανατολική Μεσόγειο. Μπροστά στη μεγάλη Τουρκική απειλή, οι σημαντικότεροι Χριστιανοί ηγεμόνες της Δύσεως με πρωτοβουλία του Πάπα Πίου του Ε’ ενώθηκαν σε ένα Ιερό Συνασπισμό Χριστιανών (Sacra Liga), εναντίον των Τούρκων και Ισλαμιστών και συγκρότησαν συμμαχικό στόλο με τη συμμετοχή των Ισπανών, των Βενετών, του Πάπα, των Βαυαρών και Γερμανών και λοιπών Χριστιανών της Ευρώπης. Αρχιναύαρχος του Χριστιανικού στόλου ωρίστηκε ο Δον Ζουάν της Αυστρίας, νόθος γιός του Γερμανού βασιλιά Καρόλου του Ε’ και αδελφός του βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου του Β’. Ο νεαρός πρίγκιπας ξεκίνησε στις 16 Σεπτεμβρίου 1571 από το λιμάνι της Μεσσήνης για το Ιόνιο. Στο συμμαχικό στόλο των Χριστιανών συμμετείχαν 8.000 Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Ο Τουρκικός στόλος ναυλοχούσε στη Ναύπακτο. Αρχηγός ήταν ο Καπουδάν Πασάς Αλή και υπαρχηγός ο αρνησίθρησκος Ναπολιτάνος Ουλούτς Αλή, τρομερός πειρατής και έμπειρος κουρσάρος. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν τα ξημερώματα της Κυριακής 7ης Οκτωβρίου 1571 στα ανοικτά του κόλπου της Ναυπάκτου και αναπτύχτηκαν σε πτέρυγες, ενώ στο κέντρο ήταν οι αρχηγοί των δύο στόλων. Η σύγκρουση κράτησε περίπου πέντε ώρες. Η νίκη ήλθε με το μέρος των χριστιανικών δυνάμεων, γεγονός που προκάλεσε εύλογους πανηγυρισμούς σ’ ολόκληρο το Χριστιανικό κόσμο, από τη Ρώμη, τη Βενετία και την Ισπανία, μέχρι τις υπερπόντιες κτήσεις στην Αμερική, στις Ινδίες και στην Άπω Ανατολή. Ο διάσημος Ισπανός συγγραφέας του «Δον Κιχότη», Μιχαήλ Θερβάντες, που πήρε μέρος ως απλός στρατιώτης στη ναυμαχία και μάλιστα τραυματίστηκε, έγραψε: «Κατά την ημέρα εκείνη διαλύθηκε η σε ολόκληρο τον κόσμο διαδεδομένη πεποίθηση, πως οι Τούρκοι είναι αήττητοι στη θάλασσα». Στην Ευρώπη η Παναγία της Ναυπάκτου τιμήθηκε πολύ, αφού όλοι οι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί ηγέτες, αλλά και σύσσωμος ο πιστός λαός, απέδωσαν την νίκη των Χριστιανών στη βοήθεια της Παναγίας της Ναυπάκτου. Παντού έγιναν δοξολογίες και ο Πάπας Πίος ο Ε’ ώρισε την 7η Οκτωβρίου ημέρα εορτής της Παναγίας της Ναυπάκτου (Madonna di Lepanto), για ολόκληρη τη Χριστιανική Δύση. Διέταξε μάλιστα και την ανέγερση ναού στο όνομα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, ενώ στη Βενετία ιδρύθηκε παρεκκλήσιο, στο οποίο εικονίστηκε η νίκη του Χριστιανικού στόλου. Η Παναγία της Ναυπάκτου στη Δύση ονομάστηκε «Santa Maria del Rosario» ή «Madonna di Lepanto del Rosario». Το ροζάριο ή ροδάριο είναι παρόμοιο με το Ορθόδοξο κομποσχοίνι που το κατασκεύασαν οι Ρωμαιοκαθολικοί και το χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά οι Μοναχοί κατ’ εντολή του Πάπα Πίου του Β’, τις παραμονές της ναυμαχίας της Ναυπάκτου, για να τους δώσει η Παναγία τη νίκη. Η κοσμοβόητη ναυμαχία της Ναυπάκτου ενέπνευσε πλήθος ζωγράφων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και μερικοί μεγάλοι καλλιτέχνες του 16ου και 17ου αιώνα (Τισιανός, Βιτσεντίνο, Θεοτοκόπουλος κ.λ.π.). Σε πολλά Μουσεία, Μοναστήρια και Δημόσια κτίρια της Δύσεως υπάρχουν υπερμεγέθεις ζωγραφικοί πίνακες, που παρουσιάζουν την Ναυμαχία της Ναυπάκτου και την Παναγία να ευλογεί και να παρέχει στους Χριστιανούς τη νίκη.

Δ.ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΘΗΒΩΝ «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΝΑΥΠΑΚΤΙΩΤΙΣΣΑ»

Ο Δεσπότης μας και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, ο Θεός, είπε κι αυτό επί πλέον: «Όπου είναι δύο ή τρείς συγκεντρωμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι ανάμεσά τους». Βαθειά επιθυμία των προγόνων μας, τους ώθησε να συγκεντρωθούν και να συστήσουν την ιερή αυτή Αδελφότητα, ώστε Εκείνον να έχουν φύλακά τους και σύνδεσμο της ιεράς αυτής ομηγύρεως. Και με αυτό το σκοπό έχει δημιουργηθεί με μεγάλη φροντίδα και ασφάλεια. Αυτό το έργο έγινε το έτος 6.566 κατά τη διάρκεια της πρώτης Ινδικτιώνος που έχει τελειώσει. Αλλά και τόμος γράφηκε, ο οποίος περιέχει αυτά τα οποία ψηφίστηκαν. Συνέβη όμως, ο τόμος αυτός να φθαρεί από τον χρόνο και έφτασε σε τέτοια κατάσταση, ώστε να κινδυνεύουν τα γραφόμενα να αφανιστούν, χωρίς πλέον να μπορούν να αναγνωστούν. Γι’ αυτό το λόγο, για να μη λησμονηθούν όσα συμφωνήθηκαν και γράφτηκαν τότε, από εμάς και τους μεταγενεστέρους, σκεφτήκαμε ότι πρέπει να ανανεώσουμε αυτόν τον τόμο και να τον παραδώσουμε στους νεωτέρους, ώστε τα γραφόμενα να μνημονεύονται, να φυλάγονται και να συντηρούνται, με σκοπό την μονιμότητα του καλού. Έτσι λοιπόν, αφού φτιάξαμε τον παρόντα τόμο, τον στερεώσαμε με τις υπογραφές μας, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μίας και ασυγχύτου και Βασιλικής Αρχής. Αποφασίσαμε δε να τιμούμε με θείες και ιερές τελετουργίες την πάνσεπτη και θεία εικόνα της υπεράγνου Δεσποίνης μας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, η οποία βρίσκεται στο ναό του πανενδόξου και Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, στη Μονή της Ναυπακτιωτίσσης κοντά στο Γύριο. Πάνω απ’ όλα, ας συγκεντρωνόμαστε όλοι μαζί εκεί που βρίσκεται η εικόνα, μία φορά το μήνα. Από εκεί, αφού πάρουμε την εικόνα ψέλνοντας ιερούς ύμνους, να την πηγαίνουμε εκεί όπου κάποιος από εμάς έχει ετοιμάσει τόπο κατάλληλο για να τοποθετηθεί (στο σπίτι του), έτσι ώστε να έχει την μηνιαία στάση της. Από εκεί δε πάλι να πηγαίνει σε άλλον αδελφό, εως ότου περάσει διαδοχικά από ολόκληρη την Αδελφότητα. Έτσι θα υπηρετεί ο καθένας μας την ιερή εικόνα κατά την διάρκεια ενός μηνιαίου διαστήματος. Συγχρόνως δε να τελούμε την Θεία Λειτουργία δύο φορές την εβδομάδα, Τετάρτη και Παρασκευή, στην οποία και θα μνημονεύουμε τους Ορθοδόξους βασιλείς μας, τον αγιώτατο Πατριάρχη, τον ιερώτατο Μητροπολίτη Θηβών, τον Πανοσιότατον εκείνο μοναχό και ηγούμενο της Μονής του Στειρίου κύριον Θεόδωρο του Λεονάρδου, ο οποίος διοικεί τη Μονή αυτή. Ακόμη θα μνημονεύουμε όλες όσες διετέλεσαν Γερόντισσες στη Μονή της Ναυπακτιωτίσσης, ολόκληρη την Αδελφότητα μας, αυτούς που ζούν και αυτούς που πέθαναν, αλλά και ολόκληρο το Χριστιανικό πλήρωμα. Αυτά λοιπόν καθιερώθηκαν να γίνονται από εμάς, στην αρχή της πρώτης ημέρας κάθε μηνός. Εαν όμως υπάρξει μεγάλη κακοκαιρία και εμποδίση την Θεία Λειτουργία, αυτή ας γίνει την επομένη ημέρα, ή την μεθεπομένη, ή την επομένη αυτής. Όμως μία φορά τον χρόνο, οφείλουμε να τελούμε την Θεία και αναίμακτη Μυσταγωγία, για να καθιερωθεί από εμάς η κοινή προσευχή όλων για όλους, όπως έχει αναφερθεί, έχοντας κάθε σεμνοπρέπεια και ταιριαστό βίο σε Χριστιανούς. Αλλά επειδή πρέπει να συμπεραίνει κανείς τα όμοια από τα όμοια, ο λόγος του Ευαγγελίου το φωνάζει καθαρά: Εαν συμβεί κάποιος απ’ τους αδελφούς μας, εξ αιτίας του αρχαίου εχθρού και αποστάτου διαβόλου, ο οποίος φθονεί την σωτηρία μας – πράγμα που βλέπουμε να συμβαίνει σε πολλούς – να σκανδαλισθεί, ή να οργισθεί εναντίον άλλου, ή να αποσκιρτήσει από την Αδελφότητά μας, να εφαρμόζουμε σ’ αυτόν την συμβουλή και κατ’ ιδίαν αλλά και δημόσια στην Εκκλησία. Και εαν με τη χάρη του καλού μας Θεού, απαλλαγεί από την οποιαδήποτε κακή διαγωγή, θα ανήκει στα μέλη της θείας Αδελφότητός μας. Και αντιθέτως δεν θα είναι εαν παραμένει αδιόρθωτος. Όμως, αν κάποιος αδελφός μας αρρωστήσει, τότε αφού συγκεντρωθούμε όλοι ας προσευχηθούμε να απαλλαγεί από την αρρώστεια που τον ενοχλεί. Κι αν κάποιος αδελφός μας φύγει από τη ζωή αυτή και διαβεί στις αιώνιες μονές, ας συγκεντρωθούμε γύρω από το λείψανό του και ας επιτελέσουμε τις συνηθισμένες δοξολογίες με δικά μας κεριά. Κι αν γίνει κι αυτό, μετά να τον μνημονεύουμε σύμφωνα με την συνήθεια που επικρατεί στους Χριστιανούς, μετά από τρείς, εννέα και σαράντα ημέρες από την ταφή, καθώς και κάθε χρόνο. Κι αυτά κάνοντας, ας φροντίζουμε με προσοχή για την σωτηρία κάθε αδελφού, ώστε η ιερή μας Αδελφότητα να αυξάνεται και να πληθύνεται και να απλώνεται, όπως λένε, περισσότερο από τους κέδρους του Λιβάνου. Έτσι θα έχουμε και τον έπαινο των ανθρώπων, αλλά και την ευλογία του Θεού, όχι μόνο εδώ, αλλά πολύ περισσότερο κατά την ημέρα εκείνη που ο καθένας θα κριθεί σύμφωνα με τα έργα του. Ο δε Θεός της ειρήνης, ο οποίος από πολύ έλεος και φιλανθρωπία μας συμφιλίωσε και μας ένωσε με τον Εαυτό Του, ας προστατεύει την ιερή μας Αδελφότητα. Και καθαρίζοντας από εμάς κάθε ζιζάνιο, ας μας οδηγεί σε κάθε έργο αγαθό σ’ όλη μας τη ζωή, με τις ευχές και τις ικεσίες της υπεράγνου Μητρός Του και όλων των Αγίων, που ευαρέστησαν σ’ Αυτόν, στον οποίο ανήκει η δόξα, και η τιμή στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

  • Διονύσιος μοναχός και ιερεύς της μονής του Σαφήου, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Ιωάννης ευτελής μοναχός και πρεσβύτερος αγιοφωτινός, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Καλόγερος πρεσβύτερος ο καλοπράγμων (;), ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Χριστοφόρος ο Κοψηνός ομολογώ και εγώ, ότι αν και ανάξιος, είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Θωμάς ιερεύς ο Καλπίερης, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Μιχαήλ ιερεύς ο Βλατάς, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Μιχαήλ ιερεύς ο Σάκας, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Γεώργιος ιερεύς ο Μαλοσίρο, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Σωτήριχος ιερεύς Κοπάδος, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Θεοφύλακτος ιερεύς ο Καλετής, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Γρηγόριος ευτελής ιερεύς ο Σάκας, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Γρηγόριος ιερεύς ο Κάλανδρος, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Κωνσταντίνος ιερεύς ο Μάνης, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Υπογραφή (σημάδι, σφραγίδα) Γεωργίου του Ναναϊνά.
  • Χριστόδουλος ιερεύς ο Βλατάς, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Μελέτιος αμαρτωλός μοναχός, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Υπογραφή Θεοδώρου του Καρυστήου.
  • Υπογραφή Ιωάννου του Μανού.
  • Υπογραφή Εκνατίρου μοναχού.
  • Υπογραφή Δαμιανού του Μαλοσίρου.
  • Υπογραφή Λέοντος του Χαλκέως.
  • Υπογραφή Λέοντος του Πρεβεντινού.
  • Υπογραφή Ανδρέου του Βλατά.
  • Υπογραφή Κωνσταντίνου του Σαλοπήρου.
  • Υπογραφή Θεοδώρου του Κουρτρουλίου.
  • Υπογραφή Γρηγορίου του Χωλικού.
  • Υπογραφή Μαρτίνου του Δεκάν.
  • Υπογραφή Στεφάνου του Κορινθίου.
  • Νικόλαος αναγνώστης ο Πελετάκας κι εγώ υπέγραψα.
  • Υπογραφή Μαρίας συζύγου Θεοδώρου του Καματήρου.
  • Υπογραφή Γεωργίου του Σαγματού.
  • Υπογραφή Ειρήνης του Σκαρδακού.
  • Υπογραφή Μαρίας του Μαρδάρου.
  • Υπογραφή Νικολάου του Δεκάν.
  • Υπογραφή Μαναχώς του Φηγελλήτη.
  • Νικόλαος ιερεύς ο Κουστουνάνου, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Μανουήλ ευτελής ιερεύς ο Κόρτος, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Υπογραφή Λέοντος του Ανεμού.
  • Υπογραφή Αγχίλου του Ευριπίτου.
  • Υπογραφή Νικολάου του Γίδου.
  • Υπογραφή Νικέτου του Ανδρανοπολίτου.
  • Ιωάννης ιερεύς ο Μαλόσειρος, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης για να την υπηρετώ όπως αναφέρεται παραπάνω.
  • Υπογραφή Μιχαήλ του Κιανίδου.
  • Υπογραφή Νικολάου του Κουκαμάρα.
  • Υπογραφή Νικέτου του Ροτρίου.
  • Ιωάννης αναγνώστης ο Βλατάς, ομολογώ ότι είμαι δούλος της υπεραγίας Θεοτόκου της Ναυπακτιωτίσσης.
  • Υπογραφή Κωνσταντίνου του Ανατολικού. Υπογραφή Ευσεβίου του Καππαδοκείου.
  • Υπογραφή Νικολάου του Μαυρητάνου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όταν το 1910 ο C.A.Garufi έφερνε στο φως της δημοσιότητας το κείμενο του καταστατικού της Αδελφότητος των Θηβών, που είχε την επωνυμία «Παναγία η Ναυπακτιώτισσα», άνοιγε το δρόμο σε μεταγενέστερους ερευνητές να προσεγγίσουν και να μελετήσουν δύο σπουδαία και αδιερεύνητα θέματα: α) την ύπαρξη θρησκευτικών Αδελφοτήτων στο Βυζάντιο και β) την ύπαρξη της λατρευτκής εικόνος της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης και την ιδιαίτερη τιμή της στη Ναύπακτο και στη περιοχή των Θηβών. Από το κείμενο του καταστατικού, αλλά και από τις αναλύσεις και ερμηνείες των Ελλήνων και ξένων ερευνητών που ασχολήθηκαν μ’ αυτό, συμπεραίνουμε τα εξής πράγματα:

  • 1026 μ.Χ. Αποτυχημένη επανάσταση του λαού της Ναυπάκτου εξ’ αιτίας της δυσβάστακτης φορολογίας. Βίαιη μεταφορά μεγάλου τμήματος των επαναστατημένων κατοίκων στη περιοχή των Θηβών.
  • 1048-49 μ.Χ. Ίδρυση θρησκευτικής Αδελφότητος από Ναυπακτίους πρόσφυγες στη περιοχή των Θηβών.
  • 1060-68 μ.Χ. Δημιουργία επισήμου καταστατικού της θρησκευτικής Αδελφότητος, που φέρει την επωνυμία «Παναγία η Ναυπακτιώτισσα».
  • 12ος αιώνας μ.Χ. Αντιγραφή του αρχικού καταστατικού της θρησκευτικής Αδελφότητος, επειδή είχε φθαρεί από το χρόνο. Το αντίγραφο αυτό βρίσκεται σήμερα στο Παλέρμο της Σικελίας και το υπέγραψαν 49 μέλη της Αδελφότητος.

 Επί πλέον πληροφορούμαστε τα εξής:

  1. Την ίδρυση και οργάνωση γυναικείας Μονής στη περιοχή των Θηβών, στο όνομα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης.
  2. Το Μοναστήρι βρισκόταν κοντά στην «του Γυρίου γειτονίαν» και το Καθολικό του ήταν αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
  3. Η λατρευτική εικόνα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης που φυλασσόταν στη γυναικεία Μονή των «Ναυπακτιτησσών» τιμόταν με ιερές τελετουργίες που ώριζε το καταστατικό της Αδελφότητος.
  4. Η μικρογραφία με την εικόνα της Παναγίας στη κεφαλίδα του καταστατικού της Αδελφότητος, αποτελεί αντίγραφο της περίφημης εικόνος της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης, που φυλασσόταν στον ομώνυμο Μητροπολιτικό Ναό της Ναυπάκτου.
  5. Υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ των μελών της Αδελφότητος και του οικείου Μητροπολίτου Θηβών καθώς και με τον Ηγούμενο της Μονής του Οσίου Λουκά Βοιωτίας Θεόδωρο Λεομπάχο, μεγάλη και φημισμένη προσωπικότητα της εποχής εκείνης.

Προβλήματα που μέχρι τώρα παραμένουν άλυτα είναι τα ακόλουθα:

  1. Για πόσο χρονικό διάστημα διατηρήθηκαν οι δραστηριότητες της Αδελφότητος;
  2. Ποιά είναι «η Γυρίου γειτονία», όπου βρισκόταν το Μοναστήρι της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης;
  3. Ποιά η εκκλησιαστική – διοικητική σχέση του Μοναστηριού και της Αδελφότητος με την Μονή του Οσίου Λουκά του Στειριώτου και με την Ναύπακτο;
  4. Η εικόνα της Παναγίας της Ναυπακτιωτίσσης στο Μοναστήρι των Θηβών ήταν αντίγραφο της εικόνας που βρισκόταν στο Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας στη Ναύπακτο, ή η πρωτότυπη εικόνα της Ναυπάκτου, που μεταφέρθηκε στη Θήβα από τους πρόσφυγες Ναυπακτίους;

Ίσως μερικά από αυτά τα ερωτήματα μείνουν για πάντα αναπάντητα. Το σίγουρο είναι ότι η ιστορική Ναύπακτος πρόσφερε το όνομά της σε μια από τις χιλιάδες εύστοχες και ιερές προσωνυμίες της Παναγίας (Ναυπακτιώτισσα), καθώς επίσης και τον τύπο της δεομένης Θεοτόκου, που εμπλούτισε την τυπολογία της εικοναγραφίας της Θεοτόκου.